ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Σάββατο 7 Οκτώβρη 2017 : H τακτική φθινοπωρινή μας συνάντηση ! Λεπτομέρειες για τη συνάντηση θα ανακοινωθούν έγκαιρα από το blog μας.

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Κριτική της θεατρικής παράσταση "Ένας ταξιδιώτης" , σε σκηνοθεσία Μανόλη Πουλή.



    Ηλίας Π. Γιαννιάς
«Ένας ταξιδιώτης» του Μωρίς Ντρυόν
ή πως ντυμένος κοσμοπολίτης κερδίζεις σε ένα τέταρτο είκοσι εκατομμύρια λιρέτες.

Πριν από λίγες ώρες στην Αίθουσα Τελετών του Σχολείου μας στη στάση Βαρυώτη, παρακολουθήσαμε μια πλήρη από κάθε άποψη παράσταση. Εκεί ανέβηκε το έργο «Ένας ταξιδιώτης» του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα, Ακαδημαϊκού, Βουλευτού και Υπουργού Μωρίς Ντρυόν. Ο Ντρυόν διέθετε μια ολοφάνερη οξυδέρκεια που τον οδήγησε να παρεισφρήσει χωρίς κόπο στην ανθρώπινη φύση και τις διαφοροποιήσεις των χαρακτήρων, με τα σφάλματα και τις παρεκτροπές τους, καταδικάζοντας, σατιρίζοντας και διαπομπεύοντας τους για τα λάθη και τις πλάνες τους. Παρέδωσε στην αιωνιότητα ζωγραφισμένο με την γραφίδα του τον Σπινέτα χαρίζοντας του μια εξυπνάδα χωρίς προηγούμενο. Και κατορθώνει αυτός ο ευφυέστατος Γάλλος να προσφέρει στον σημερινό θεατή την ψυχική ευτυχία, μαζί με την λαϊκή σοφία.
Μια σχετική κριτική παρουσίαση της παράστασης θα προσπαθήσω να σας δώσω σε λίγο. Και παρακαλώ να είσθε επιεικείς, διότι εγώ ένας απλός Κτηνίατρος ήμουν και δεν είχα ειδικές γνώσεις στη θεατρολογία. Η κριτική μου θα βασισθεί σε μερικές χιλιάδες παραστάσεις που έχω δει στη ζωή μου, από την Μαρία Κάλλας «Μήδεια» στην Επίδαυρο όταν ήμουν μόλις 11 ετών, μέχρι σήμερα που είμαι… 37… ε, καλά 47… Εντάξει μωρέ 57… ούφ με φάγατε ΝΑΙ 67 ετών και παππούς!!! Κι αν ομολογεί ο ταξιδιώτης στο έργο του Ντρυόν: Είναι πολλές φορές σκληρό να έχεις καλλιτεχνική ψυχή και να την σέρνεις σ’ αυτόν τον κόσμο μέσα σε μια τραπεζική τσάντα. Εγώ θα διαφωνήσω και θα διατυμπανίσω ότι είναι ευτυχία να φέρεις την καλλιτεχνική σου ψυχή μέσα στην ιατρική σου τσάντα μαζί με τα εργαλεία και τα φάρμακα που όλη την ημέρα σε βοήθησαν να παλέψεις ώστε να κρατήσεις υγιή τα ασθενή ζωάκια σου.


Λίγα λόγια για το έργο:
Πανέξυπνος χειριστής του λόγου ο Μωρίς Ντρυόν ξεκινά την κωμωδία του με έναν ταξιδιώτη να συναντά τον διευθυντή Καμπερόνε σε ένα ξενοδοχείο και να έχει προσχεδιάσει κάθε ατάκα που λέει απευθυνόμενος στον διευθυντή. Σαν να έχει περάσει μια θηλιά γύρω στο λαιμό του Καμπερόνε και την σφίγγει σιγά-σιγά αλλά σταθερά, με αποτέλεσμα ο κύριος διευθυντής να αισθάνεται ότι του είναι αδύνατον να αναπνεύσει και βιαστικά και απερίσκεπτα υπογράφει συμβόλαιο για 20 εκατομμύρια λιρέτες στο όνομα του ταξιδιώτη, ο οποίος του υπόσχεται  νέα ασφαλή μέθοδο για το άνοιγμα των κουτιών των κονσερβών. Μάλιστα πριν φύγει για να φέρει ένα τσεκ για να υπογράψει για τα χρήματα, ομολογεί στον ταξιδιώτη ότι έχει μαιτρέσα.
Ελάχιστα λεπτά περνούν και στο δωμάτιο του ξενοδοχείου εμφανίζεται, καλεσμένη κι αυτή, η πανέμορφη κυρία Καμπερόνε. Δέχεται με προστατευτικό τρόπο «το καμάκι» του ταξιδιώτη και πριν υποκύψει στις πιέσεις του, παραδέχεται ότι θέλει να μείνει πιστή στον εραστή της, έναν δικηγόρο από την Ρώμη. Ο ταξιδιώτης την οδηγεί στο λουτρό και την προτρέπει να ντυθεί μόνο με το μπουρνούζι και να ανοίξει την πόρτα μόνον όταν ακούσει τρία χειροκροτήματα. Την επόμενη στιγμή ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο κύριος Καμπερόνε με το τσεκ. Ο ταξιδιώτης το παίρνει στα χέρια του το ελέγχει και με τρία χειροκροτήματα κάνει την κυρία Καμπερόνε να ανοίξει την πόρτα του λουτρού και να εμφανισθεί μπροστά στον εμβρόντητο άντρα της μόνο με το μπουρνούζι.
Ακολουθούν σκηνές απείρου κάλλους. Ο ένας σύζυγος απειλεί τον άλλον με διαζύγιο μέχρις ότου ο ταξιδιώτης προδίδει και στους δύο τις απιστίες «του ετέρου ημίσεως». Θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό τους ξαναπαντρεύει και ομολογεί ότι τα τελευταία πέντε χρόνια είναι υπάλληλος στα εργοστάσια Καμπερόνε. Και τώρα θα απουσιάσει για μερικούς μήνες, γιατί με τα 20 εκατομμύρια λιρέτες που κέρδισε, θα γυρίσει όλον τον κόσμο για να δει αν είναι όπως τον έχει φαντασθεί.

Και οι συντελεστές της παράστασης;
Ας ξεκινήσουμε με τον υπάλληλο υποδοχής του θεολόγου Σκουντριδάκη. Φαίνεται –κατά την ομολογία του στο πρόγραμμα- ότι είδε φως και μπήκε στην αίθουσα, αλλά λόγω μνημονιακής κρίσης δεν είχε να πληρώσει το εισιτήριο και του επέτρεψαν να δει την παράσταση από σκηνής παίζοντας έναν μικρό ρόλο. Γίνεται κι αυτός ένα γρανάζι στην μηχανή της αστικής ιδεολογίας και η μικρή του παρουσία δεν παρέλειψε να φανερώσει χωρίς κόπο την υποκρισία της εποχής – της τότε, της τώρα, της κάθε εποχής μέσα σε ζοφερούς καιρούς. Σύμφωνα με τα κελεύσματα της… αστυνομίας δεν επιτρέπει στον ταξιδιώτη να δεχθεί στο δωμάτιο μια κυρία και να βρεθεί μαζί της στο κρεββάτι, ενώ του το επιτρέπει μόνον στον καναπέ! Η υποκρισία της κοινωνίας σε όλο της το μεγαλείο! Και ο υπάλληλος κρατά τα προσχήματα. Και αισθανόμενος το του Λουδοβίκου «Ltat, C'est Moi» προερχόμενο από το κύρος της… θέσεως του, εύχεται τυπικότατα «Καλή… διαμονή» και αποσύρεται. Έπαιξε τόσο έντονα… νωθρά, ένα ρόλο που φανέρωσε τόσα και τόσα σκοτεινά σημεία της κοινωνίας μας. Μπράβο του!

Και πάμε στην συνέχεια στον ρόλο του Υπηρέτη του Κώστα Μυρίλλα. Ο ηθοποιός αυτός υπερασπιζόμενος τον ρόλο του είναι απολαυστικός στην αρχή της συνομιλίας του με τον Σπινέτα, καθώς κεκεδίζει προκαλώντας εύκολα έντονα γέλια. Πώς να μιλήσει σαν άνθρωπος ο Σπινέτα με αυτόν τον «άνθρωπο» πού η ομιλία του είναι πιο αργή από… επιτάφιο; Πού η φωνή του «γκαζώνει» αλλά δεν μπορεί να τρέξει λες και καίει κάρβουνο; Ευτυχώς ο Σπινέτα βρίσκει το… κουμπί του. Εκατό λιρέτες, ένα φιλοδώρημα που είναι ικανό να κόψει τον γόρδιο δεσμό του «κεκέ» και να τον κάνει καλλικέλαδο τύπο στο υπόλοιπο του έξυπνου ρόλου του. Ενός ρόλου που φανερώνει «το γιατί»  και όχι «το πως» των πράξεων του. Ενός ρόλου πού μας έχει ανοίξει ένα παράθυρο προτείνοντας μας να θαυμάσουμε έναν άλλο κόσμο, εκεί που δεν θα χρειασθεί ποτέ να δώσεις εκατό λιρέτες, για να μπορέσεις να μιλήσεις με τον συνάνθρωπο. Ζωγράφιζε στο πρόσωπο του ένα ειρωνικό χαμόγελο και τον διέκρινε μια πλήρης υποκριτική υπακοή. Τελικά χαρήκαμε την πλούσια ερμηνεία του στον ρόλο του υπηρέτη.

Η ροή της κομεντί φέρνει στο Ξενοδοχείον «Πρίγκηψ της Σαβοΐας» τον κύριο Καμπερόνε. Φθάνει στο δωμάτιο 176 και ο κύριος Σπινέτα τον υποδέχεται με ιδιαίτερη ικανοποίηση. Στον ρόλο του Καμπερόνε ο Χάρης Αργυρόπουλος έκτισε στέρεα τον μεσήλικα μεγαλοβιομήχανο της μεταπολεμικής κοινωνικής κλίμακας. Έπλασε τον άνθρωπο πού μαθημένος να δουλεύουν όλοι για το πορτοφόλι του, αποφασίζει χωρίς ιδιαίτερες σκέψεις να κάνει τρανές συμφωνίες και να δοθούν άμεσα είκοσι εκατομμύρια λιρέτες στον προσωπικό λογαριασμό του Σπινέτα, αφού όλα αυτά τα χρόνια έχει μάθει ότι έτσι είναι το παιχνίδι των ισχυρών του χρήματος.
Ο Χάρης Αργυρόπουλος, λόγω και της εκτός σκηνής επαγγελματικής του ενασχόλησης με το επάγγελμα του ξενοδοχοϋπάλληλου αισθάνεται μέσα στο δωμάτιο 176 κυριολεκτικά «σαν το σπίτι του». Και πλάθει έναν καταπληκτικό, έναν απολαυστικό Καμπερόνε, που θέλει να είναι ο πρώτος και μοναδικός στην βιομηχανία των κονσερβών σε όλο το Μιλάνο. Πού αδιαφορεί για τις λιρέτες που θα δαπανήσει αρκεί να μην του πάρει άλλος την πρώτη θέση. Πού αδιαφορεί για το ποιες εταιρείες ζητούν την συνεργασία του και τι εχέγγυα έχουν. Πού αδιαφορεί για την ίδια του την γυναίκα, την πανέμορφη Σύλβια Καμπερόνε. Και πού όντας ικανός να φυσάει τα «Yellows» -κατά την διαφήμιση- έχει και μαιτρέσα και προσκαλεί το βράδυ στο σπίτι της σε δείπνο τον Σπινέτα. Είναι τόσο αληθινός πάνω στην σκηνή, που αισθανθήκαμε ότι σε λίγο θα καλούσε κι εμάς στο δείπνο αυτό αμέσως μετά την παράσταση «και διατί να μην υπάγωμεν άλλωστε» θα έλεγα εγώ! Αποθεωτική βέβαια ήταν για τον Αργυρόπουλο η σκηνή της εμφάνισης ξαφνικά στο σαλόνι του 176 της συζύγου του κυρίας Καμπερόνε σκεπασμένης με ένα και μόνο μπουρνούζι. Εκεί ο Αργυρόπουλος άγγιξε το «πικ» της θεατρικής του ικανότητας, της σκηνικής του δεξιοτεχνίας.

Να πάμε τώρα στην κυρία Καμπερόνε;
Στον ρόλο της πάνω στην σκηνή η Αρετή Τσαφαράκη, κατ’ επάγγελμα νηπιαγωγός και ερασιτεχνικά ασχολούμενη με το βόλεϊ. Αυτή η κούκλα από τα Χανιά βγήκε στο…τερέν και στην αρχή νόμιζε ότι θα πάρει το παιχνίδι μόνο με το βάρος της… φανέλας. Έπαιξε πολύ ήσυχα, νωθρά θα έλεγα, σε απίθανα χαμηλούς τόνους. Ευτυχώς πολύ σύντομα, σαν να την έβαλαν στην πρίζα, πήρε την ομάδα στις πλάτες της και με τρεις άσους και τρία καρφώματα ανέβασε το σκορ στα ύψη και εκεί ψηλά παρέσυρε και τους άλλους συντελεστές. Σαν έμπειρη μπλοκέρ στο βόλεϊ δεχόταν και απέκρουε τις επιθέσεις του Σπινέτα και χωρίς δυσκολία διακρίθηκε για την μαχητικότητα της και το ασίγαστο πάθος της πάνω στην σκηνή, όπως θα έλεγε ο σπουδαίος Γιάννης Λάϊος για την αξία της μπλοκέρ στο βιβλίο του για το σύγχρονο βόλεϊ. Δεν άφηνε τον Σπινέτα να την παρασύρει στο δικό του ρυθμό παιχνιδιού και η μανία της να κρατήσει την ανεξαρτησία της και να μείνει πιστή στον εραστή της φάνηκε από την αρχή. Ο Σπινέτα με λεπτούς τρόπους της πρόσφερε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Η ομορφιά όμως του τριαντάφυλλου έσβηνε μπροστά στη λάμψη του προσώπου της πανέμορφης κυρίας Καμπερόνε. Η οποία στο τέλος ενδίδει στις πιέσεις του Σπινέτα και μπαίνει στο μπάνιο για να μείνει μόνο με ένα μπουρνούζι. Το αποκορύφωμα της βραδιάς –η κάθαρση των αρχαίων- συμβαίνει όταν έχοντας επιστρέψει στο 176 ο Καμπερόνε, ο Σπινέτα την ειδοποιεί να βγει από το μπάνιο. Μόλις συναντιέται το αντρόγυνο με αυτό τον τρόπο η Τσαφαράκη είναι πια μια πλήρης ηθοποιός. Το βλέμμα της πετά φλόγες και θυμίζει Μήδεια που θέλει να κατασπαράξει τον σύζυγο της και να σφάξει τα παιδιά της. Όλα επιστρέφουν στο δρόμο της γαλήνης όταν ο Σπινέτα αφού τους αποκάλυψε τις απιστίες τους, ζητά τώρα να τους ξαναπαντρέψει.

Άφησα τελευταίο τον «ταξιδιώτη» του Γιώργου Κοκολάκη.
Ο Γιώργος Κοκολάκης μου θύμισε τον θεατρικό αέρα που απέπνεε έντονα ο Ηλίας Βασ. Γιαννιάς -καλή του ώρα- ένας αξιολάτρευτος ηθοποιός που ήταν ικανός να σε καθηλώσει στη θέση σου και να σε μαγνητίσει με το παίξιμο του ακόμα κι αν τον πρόσεχες σε μια παύση του λόγου του, μ’ ένα κλείσιμο και μόνο του ματιού του, πριν πολλά χρόνια που με τον Αντώνη Λουδάρο και τα άλλα παιδιά του Γυμνασίου του Νέου Κόσμου ανέβαζαν τυπικά ερασιτεχνικές αλλά «επαγγελματικά» ξεκαρδιστικές κωμωδίες και επιθεωρησιακά νούμερα.
Απίθανος λοιπόν και ΟΥΑΟΥ ο Γιώργος Κοκολάκης σε όλη την παράσταση. Άνετος, σταθερός, σίγουρος για κάθε του κίνηση. Μεθοδικός, τυπικός, λάτρης της λεπτομέρειας απ’ την αρχή μέχρι το τέλος. Με το άνοιγμα της αυλαίας δείχνει μια περήφανη αδιαφορία καθώς εξετάζει την διακόσμηση του δωματίου. Φανερώνει αυτό που λάμπει στη συνέχεια της παράστασης: το ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι πώς θα κερδίσει μέσα σε 4 λεπτά είκοσι εκατομμύρια λιρέτες. Φανερώνει αυτό που δείχνει: να διακατέχεται από ένα πρωτόγνωρο κύρος  τη στιγμή που επιμένει στο τηλέφωνο να μιλήσει μόνο με τον διευθυντή. Και το ίδιο ακλόνητος δείχνει και όταν μιλώντας στο τηλέφωνο με την κυρία Καμπερόνε την καρφώνει: «Μα όχι, όχι, η ομορφιά έχει μια φωνή που δεν ξεγελά». Και αν πάμε πιο κάτω φθάνομε στα τρομερά του λόγια: Σε μας η πρόοδος δεν είναι ζήτημα ηλικίας, αλλά ζήτημα αξίας! Και επιστέγασμα της ευθύτητας και καθαρότητας του χαρακτήρα του είναι το ότι παραδέχεται ότι δεν παίρνει κανείς ξαφνικά φωτιά όπως πήρε αυτός, χωρίς να υπάρχει απέναντί του μια μικρή σπίθα. Βέβαια ο κύριος Καμπερόνε έχει σκεφθεί ότι αυτός ο διαβολοαμερικάνος έχει ευγενικό ύφος αλλά θα είναι πανούργος όσο κανένας! Τώρα πια όμως τί μπορεί να κάνει; Τίποτα! Θα τον περιμένει απλά να γυρίσει στην βιομηχανία του μετά από μήνες, αφού ήδη ο Σπινέτα έχει τα εισιτήρια για να γυρίσει και να γνωρίσει τον κόσμο όλο!

Πατώντας στις βάσεις μιας γλαφυρής και εύπεπτης μετάφρασης του Τάκη Σωτήρχου, ο σκηνοθέτης της παράστασης φίλος και συμμαθητής Μανόλης Πουλής μας πήρε από το χέρι και μας οδήγησε με σταθερά βήματα, λες και σαν Θησέας μάζευε τον μίτο της Αριάδνης και μας περνούσε από όλους τους διαδρόμους και τις αίθουσες του Σχολείου μας μέχρι τις τελευταίες ατάκες όπου συντελείται και η κατά τους αρχαίους «κάθαρσις». Το θέμα ήταν εύθυμο με χιούμορ στον διάλογο και επικαιρότατο. Ένα θέμα παρμένο από την καθημερινότητα με χαρακτήρες άψογα ψυχογραφημένους, γνώριμους. Με κύριο δημιουργό της επιτυχίας της παράστασης τον σκηνοθέτη που έδωσε ζωντάνια στην ευέλικτη πλοκή και γρήγορη κίνηση στους ηθοποιούς, με αποτέλεσμα να μας χαρίσει μια κωμωδία και ερμηνεία ποιότητας, φανερώνοντας την αστική τάξη της εποχής στην Ιταλία. Ο σκηνοθέτης άρπαξε τα πλεονεκτήματα του λόγου, έφτιαξε ευχάριστα την ατμόσφαιρα και κατόρθωσε να απομακρύνει τα ψήγματα ανίας που κρύβει ο Ντρυόν εδώ κι εκεί, με συνέπεια ο θεατής να τρέχει καλπάζοντας πίσω από τις σκηνές κυνηγώντας την εξέλιξη του μύθου με τεράστιο ενδιαφέρον. Ας μην ξεχάσουμε να αποδώσουμε στον φίλο Μανόλη εκτός της εξαιρετικής σκηνοθεσίας και την επιμέλεια της μουσικής που πλαισίωσε θαυμάσια τον λόγο της παράστασης. Ήταν μια μουσική πού φώτιζε συνέχεια την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα των μεγάλων ξενοδοχείων με τα φουά-γκρα και τα υπόλοιπα γαργαλιστικά εδέσματα όπως και τις τουαλέτες πολυτελείας των κυριών στο Μιλάνο της εποχής.

Τελευταίον ας κρίνουμε τον μουσικό και ιεροψάλτη Σωτήρη Καριοφίλη. Οι φωτισμοί του εστίαζαν έντονα στα πρόσωπα και έκαναν άμεσα διείσδυση μέχρι τα βάθη της ψυχής του κάθε ηθοποιού, για να φωτίσουν λαμπρά τα χαρακτηριστικά του και τα συναισθήματα του. Τέλος οι ήχοι του κράτησαν το μέτρο της βυζαντινής λαμπρότητας σε όλη τη διάρκεια της παράστασης που απολαύσαμε!
Θερμά συγχαρητήρια στον θεατρικό κύκλο του φίλου Μανόλη Πουλή! Οι 360 πυγολαμπίδες-μοίρες της περιφέρειας του, ας φωτίζουν και «ευωχούν» τα βήματα μας από την γλυκιά μας Ελλάδα μέχρι την μακρινή Νέα Υόρκη με τον φίλο Πάνο Αδαμόπουλο.

Ηλίας Π. Γιαννιάς
Τηλέφωνο για… κριτική στην κριτική μου: 2107626525
Αθήνα, Φεβρουάριος 2017          




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου