ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

82η Συνάντηση της Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας - Γρηγόρη Αζαριάδη : Η τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου.





82η Συνάντηση της Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας
(03.4.2014)
 Γρηγόρη Αζαριάδη (1951-)
 Η τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου
                                    (ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, 2013)


   

Μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική της "Τελευταίας παράστασης της ΜαρίναςΦιλίππου" που παρουσιάσθηκε την Πέμπτη 3/4/2014 στην Λέσχη ανάγνωσης Αστυνομικού Μυθιστορήματος στον εκδοτικό οίκο "ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ".



Ένα πολυτελές αυτοκίνητο βρίσκεται σφηνωμένο επάνω σε ένα πεύκο στη παραλιακή λεωφόρο ‘Ήταν μια χλομή φθινοπωρινή νύχτα’          (σελ. 7). Κάποια γυναίκα αιμόφυρτη κείτεται έξω από την ανοιχτή πόρτα του. Η Βέρα Μακρή, μία από τις ηρωίδες του μυθιστορήματος, είναι ο πρώτος άνθρωπος που φτάνει τυχαία, στο χώρο του συμβάντος. Πλησιάζει το όχημα, όπου η τραυματισμένη τής “παραδίδει” τρεις φακέλους και της ζητά επιτακτικά να αποχωρήσει.  “Εκείνη τη στιγμή έφτασε στ’ αυτιά της το στρίγκλισμα μιας σειρήνας”            (σελ. 9).


  Με την εικόνα αυτή, υπό την μουσική υπόκρουση του “Knockinon Heavens door” των Guns NRoses, αρχίζει η αφήγηση.

  Σε ποιους απευθύνονται οι τρεις αυτοί φάκελοι που με τόση προσπάθεια θέλησε να προστατεύσει από αδιάκριτα βλέμματα η μυστηριώδης γυναίκα του κατεστραμμένου αμαξιού; 
  Ποιο είναι το όνομά της; 
  Οι παραλήπτες γνωρίζονται μεταξύ τους;
  Υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσά τους;
  Τι περιέχουν;
  Τι απέγινε η τραυματίας;
  Ποιος είναι ο λόγος της αποστολής τoυς;

  Οι ερωτήσεις έχουν τεθεί. Ο συγγραφέας ξεκινά σιγά σιγά να απαντά.

  Οι φάκελοι απευθύνονται σε τρεις γυναίκες, τις: Ειρήνη Φερέτη, Σοφία Καραντινού και σε αυτήν που ήδη γνωρίζουμε, τη Βέρα Μακρή.

  Ποιες είναι όμως αυτές;

  Βέρα Μακρή: “Ήταν φοιτήτρια της Νομικής. Συμμετείχε ενεργά σε όλες τις κινητοποιήσεις στο πανεπιστήμιο. Είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της το πάθος για την Αριστερά και την ευαισθησία για τους κοινωνικούς αγώνες κι από τη μητέρα της την αγάπη για την τέχνη. Αφιέρωνε πολύ χρόνο στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Διάβαζε σαν μανιακή αστυνομικά μυθιστορήματα. Από τον Χάμετ και τον Τσάντλερ στον Ελρόυ και μετά ταξίδι στη Μεσόγειο: Μονταλμπάν, Μανσέτ και Ιζό. Στα 22, γνώρισε τον Μακρή. Ο ανερχόμενος επιχειρηματίας είχε σίγουρα τον τρόπο του με τις γυναίκες. Την πολιόρκησε με όλους τους κανόνες του ερωτικού παιχνιδιού. Στην αρχή λουλούδια. Μετά ακριβά δώρα. Κι όλα αυτά συνοδεία θεωρητικών συζητήσεων περί τέχνης εν μέσω δείπνων στα ακριβότερα εστιατόρια. Και καπάκι ταξίδια σε όλη την Ευρώπη. Η Βέρα, παρά τη διαφορά των είκοσι χρόνων, έπεσε σαν ώριμο φρούτο. Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι να αντιληφθεί τη φάκα. Η μαχητική φοιτήτρια είχε μεταλλαχτεί μέσα από σχεδόν φυσιολογικές διαδικασίες σε μία συμβιβασμένη μεγαλοαστή. Και δεν έκανε τίποτα για να ξεφύγει. Μέχρι που συνάντησε τον Κωνσταντίνο… κι η ζωή της γέμισε χαρούμενα χρώματα” (σελ.14-15) Ο σύζυγός της Δημήτρης Μακρής, στην πάροδο των ετών έγινε οικονομικός παράγοντας του τόπου. Κατέχει και διοικεί ένα τηλεοπτικό κανάλι, μία εφημερίδα και μία μεγάλη οικοδομική εταιρεία.

Ειρήνη Φερέτη: “«Ξέρεις κάποιον Φερέτη;» «Φερέτη είπες; Νομίζω ότι είναι … κάποιος ανώτατος δικαστικός». «Είσαι σίγουρη;» «Τον θυμάμαι… Είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή στο παραδικαστικό κύκλωμα. Τελικά, την έβγαλε καθαρή, όπως συμβαίνει πάντα στη θαυμαστή μας χώρα»” (σελ.12).

Σοφία Καραντινού: “«Έναν Καραντινό;» «Έλα τώρα, ρε Βέρα! Ο Καραντινός είναι πασίγνωστος. Μιλάμε για τον πρώην συνδικαλιστή ηγέτη και νυν σοσιαλιστή βουλευτή. Η αποστολή του είναι να ελέγχει τις αντιδράσεις των συνδικάτων»” (σελ. 13).

  “Ο Δημήτρης Μακρής συνομιλούσε όρθιος με τον στενό του φίλο και διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου Γιώργο Παρίδη στην επιβλητική αίθουσα συνεδριάσεων. Τα ανώτερα στελέχη αποχωρούσαν με μία ελαφρά υπόκλιση επιδεικνύοντας μεγάλο ταλέντο οσφυοκάμπτη, άκρως απαραίτητο για μία επιτυχημένη καριέρα σε υψηλό επίπεδο.
«Όλα βαίνουν καλώς, λοιπόν».
«Τα αποτελέσματα του τριμήνου είναι πολύ ενθαρρυντικά Δημήτρη μου», συγκατάνευσε ο διευθύνων σύμβουλος.
«Λες να έχουμε πρόβλημα με την αγωγή για παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος;»
«Θα το χειριστούμε με τον κατάλληλο τρόπο».
«Δε θέλω καμιά μαλακία», είπε σε αυστηρό τόνο ο Μακρής. «Έχει ενημερωθεί ο σεβαστός αρεοπαγίτης;»
«Του έχει μιλήσει ο Παπαδήμας».
«Οι απειλές του σωματείου για απεργία; Ξέρεις καλά τι ρήτρες έχουμε υπογράψει σε περίπτωση μη έγκαιρης παράδοσης του έργου…»
«Το έχει αναλάβει ο αγαπητός βουλευτής και με διαβεβαίωσε ότι δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Όσο για τα κονδύλια από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα έχει νεότερα σε δύο εβδομάδες».
«Δηλαδή, Γιώργο, όλα υπό έλεγχο».
«Ακριβώς, Δημήτρη μου. Όλα υπό έλεγχο».
«Εγώ πηγαίνω. Θα τα πούμε πριν από τη συνάντηση με τους τραπεζίτες».
Καθώς προχωρούσαν μέχρι το ασανσέρ, έπεσαν σε μία ψηλή πληθωρική σαραντάρα. Η γυναίκα τους χαιρέτησε με τον προσήκοντα σεβασμό.
«Απίστευτος κώλος!»
«Νομίζω ότι ήταν κι ο κύριος λόγος που την προσέλαβες».
«Ίσως θα ’πρεπε να την πάρω σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι», σχολίασε προβληματισμένος ο επιχειρηματίας χωρίς να ξεκολλήσει το βλέμμα από τα προκλητικά οπίσθιά της” (σελ. 24-25).

  Με τον τρόπο αυτό ο Αζαριάδης, πολύ εύγλωττα, θέτει τον κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίο θα κινηθεί ο μύθος του.
  Έχει περιγράψει τις πιέσεις  που ασκεί το χρήμα και οι κατέχοντες στις κυβερνήσεις, τις διαπλοκές και τη διαφθορά, τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποιούν για την επιβολή των συμφερόντων τους.

  Έχουμε δει την αλλοίωση των χαρακτήρων, όπως αυτός της Βέρας που αναλώνεται ανάμεσα στο Τάλισκερ ουίσκι καθώς και τα επώνυμα συνολάκια,  είναι δε τόσο μεγάλη η ανάλωση αυτή, τόση η αδιαφορία της, που δεν ενδιαφέρεται καθόλου να  γνωρίζει, έστω, τα ονόματα κάποιων παραγόντων ή βουλευτών που, δικαίως ή αδίκως, έχουν απασχολήσει την κοινή γνώμη με υποψίες για παραβατικές συμπεριφορές.

  Οι κυρίες αυτές, με την παρόμοια συμπεριφορά και την ίδια κοινωνική επιφάνεια, είναι οι παραλήπτες των φακέλων. Συναντιόνται, συστήνονται συντρώγουν, όπως απαιτεί το “savoir vivre” και η θέση τους, για να φτάσει η στιγμή να αποσφραγίσουν τους φακέλους…

“Η Ειρήνη ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό της.
«Στον δικό μου φάκελο υπάρχουν στοιχεία για… παράνομες δραστηριότητες του άντρα μου: Στημένες δικαστικές αποφάσεις. Δωροδοκίες για αποφυλάκιση μεγαλεμπόρων ναρκωτικών. Κατασκευασμένες κατηγορίες για υποτιθέμενα μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων. Φαίνεται ότι ο Φερέτης είναι από τα ηγετικά στελέχη του παραδικαστικού κυκλώματος, που επηρεάζει την έκβαση πολλών υποθέσεων».
«Τίποτε άλλο; Εννοώ προσωπικό;»
Η Ειρήνη φάνηκε να διστάζει. Τελικά, αποφάσισε να το βγάλει.
«Έχω έναν μακρινό ξάδερφο. Είμαστε… πολύ δεμένοι. Λέγεται Θοδωρής Ζαρμακούπης. Εκτίει ποινή δέκα χρόνων επειδή υποτίθεται ότι διακινούσε ναρκωτικά».
«Τι εννοείς υποτίθεται
«Ο Θοδωρής διαρρηγνύει τα ιμάτιά του ότι δεν έχει καμιά σχέση με την υπόθεση. Τον ξέρω από παιδί και τον πιστεύω απόλυτα. Δεν είναι τέτοιος τύπος».
«Και πώς έγινε; Τι λέει στον φάκελο;» πετάχτηκε η Σοφία.
«Ένα βράδυ, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά στο σπίτι του κάποιοι μπάτσοι. Έκαναν το σπίτι άνω κάτω ερευνώντας για ναρκωτικά. Όπως ισχυρίζεται ο Θοδωρής, σε κάποια στιγμή φύτεψαν μια πλαστική σακούλα με κάμποσα γραμμάρια ηρωίνη. Δεν έχει κάνει ποτέ χρήση ναρκωτικών και έχει καθαρό ποινικό μητρώο. Παρ’ όλα αυτά, τον κατηγόρησαν για κατοχή και εμπορία. Στη δίκη ο πρόεδρος του δικαστηρίου και ο εισαγγελέας φρόντισαν να καταδικαστεί με συνοπτικές διαδικασίες… ύστερα από παρέμβαση του Φερέτη»...
…«Εσύ, Σοφία, τι ανακάλυψες;» ρώτησε η Βέρα.
«Μία από τα ίδια. Ή μάλλον, ακόμα χειρότερα. Από τη στιγμή που ο άντρας μου εξελέγη βουλευτής, με τη στήριξη ανώτερων στελεχών του κόμματος, που συμμετείχαν στην κυβέρνηση, σφυρηλάτησε στενές σχέσεις με μεγαλοεπιχειρηματίες που τον χρησιμοποιούσαν για να ελέγχουν τους συνδικαλιστές. Τα εργατικά συνδικάτα τον εμπιστεύονταν απόλυτα κι εκείνος λειτουργούσε σαν δούρειος ίππος ξεπουλώντας τα συμφέροντά τους. Είχε συγκροτήσει μια ομάδα επιρροής, που λειτουργούσε με πιέσεις, απειλές κι εκβιασμούς. Μέχρι κι εταιρείες-μαϊμού είχαν στήσει για να παίρνουν επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση».
«Τόσο καλά!» είπε χαμηλόφωνα η Ειρήνη. «Πες μας, όμως… έχεις κι εσύ κάποιο… προσωπικό δράμα;»
Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι να μιλήσει.
«Δίπλα στο πατρικό μου έμενε η Όλγα Ελβέτογλου με την οικογένειά της. Ήταν δύο μήνες μεγαλύτερη από εμένα. Είμαστε μοναχοκόρες και μεγαλώσαμε σαν αδελφές».
…«Η Όλγα στα είκοσι δέχτηκε μια βίαιη επίθεση στο σπίτι της. Ένα βράδυ που ήταν μόνη, κάποιος μπήκε, την χτύπησε, την έδεσε και την βίασε πολλές φορές.. Από τότε δεν έχει συνέλθει. Τραβιέται από το ένα ψυχιατρικό ίδρυμα στο άλλο. Κάποιες φορές είναι κάπως καλύτερα, άλλες όμως δεν αναγνωρίζει κανέναν».
«Δεν θέλω ούτε να το διανοηθώ…» ψιθύρισε διστακτικά η Βέρα. «Ο άντρας σου;»
... … …
«Εσύ Βέρα; Δεν μας είπες τη δική σου ιστορία» μίλησε πρώτη η Ειρήνη” (σελ. 17-18-19).
  Η ιστορία της Βέρας; Μια ιστορία γύρω από τον Κωνσταντίνο Κερκίνη, νεαρό ηθοποιό, τον άνθρωπο που της ξύπνησε ένα πρωτόγονο ερωτικό πάθος και που “«… ήταν εδώ και τέσσερα χρόνια καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Και σύμφωνα με τους γιατρούς που τον κουράριζαν χωρίς πιθανότητες βελτίωσης…. Η κατάσταση του Κωνσταντίνου, αποτέλεσμα μιας άγριας επίθεσης που δέχτηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες…»” (σελ. 7).

  Χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από το βιβλίο νομίζω θα φανεί καλύτερα, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας δείχνει τη διάβρωση που έχει υποστεί ο χαρακτήρας αυτών των γυναικών και ο τεράστιος εγωισμός-εγωκεντρισμός που έχουν αναπτύξει. Συμβιώνουν πολλά χρόνια με τους συζύγους, κάνοντας τα “κλειστά μάτια” όχι μόνο στις απιστίες (οι οποίες είναι το μικρότερο, ίσως, από τα προβλήματα που αναφέρονται), αλλά και στις παράνομες δραστηριότητές τους (για τις οποίες βοά ο τόπος), κυρίως όμως και στις ποινικά κολάσιμες πράξεις τους (παιδεραστία, εκβιασμοί, εμπόριο σάρκας κ.α.). Οι κυρίες αυτές αφυπνίζονται μόνον όταν θίγεται ο κλειστός κύκλος των αγαπημένων ατόμων τους.

  Έχουν ήδη απαντηθεί κάποιες από τις ερωτήσεις. Ξέρουμε τους παραλήπτες, είδαμε τη μεταξύ τους σύνδεση, μάθαμε το περιεχόμενο, γνωρίζουμε τον κοινωνικό περίγυρο στον οποίο κινούνται οι ήρωες και τώρα περιμένουμε να δούμε τις εξελίξεις που θα δρομολογήσει αυτή η γνώση.

  Ο Δημήτρης Μακρής βρίσκεται δολοφονημένος από μία σφαίρα ανάμεσα στα μάτια, ένα βράδυ, στον κήπο του. Η ζώνη του παντελονιού του είναι λυμένη σαν να επρόκειτο να γδυθεί. Στο σπίτι βρίσκεται το προσωπικό και ο σωματοφύλακάς του. Μήπως αυτή είναι η πρώτη από τις εξελίξεις;

  Η αστυνομία αναλαμβάνει την εξιχνίαση της δολοφονίας η οποία έχει προκαλέσει την περιέργεια της κοινής γνώμης. Λόγω της θέσης τού μακαρίτη υπάρχουν πολιτικές πιέσεις για τη διαλεύκανσή της, με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες, για όσους υπάρχει πιθανότητα να εμπλέκονται στις επαγγελματικές του δραστηριότητες.   

  Κατά τη διάρκεια των ερευνών, ο δικαστής Φερέτης βρίσκεται νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του, σε μία απομακρυσμένη περιοχή, με μία σφαίρα ανάμεσα στα μάτια. Η έρευνα αποδεικνύει την παρουσία γυναίκας.

  Ο Φερέτης είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή σε παραδικαστικό κύκλωμα, κατηγορία που ποτέ δεν αποδειχθεί, ούτε όμως έπαψε και να πλανάται γύρω από το όνομά του. Όταν ο Ουζούνωφ, ένας μαστροπός, πέφτει στα χέρια της αστυνομίας, τότε η υποψία γίνεται βεβαιότητα συμπαρασύροντας και άλλους δικαστικούς και όχι μόνο. Εδώ, πέρα από τις όποιες άλλες παρεκτροπές, υπάρχει και το τεράστιο θέμα της παιδεραστίας.

  Ο βουλευτής Καραντινός, μετά από μία “περιπετειώδη” συγκέντρωση ψηφοφόρων, οι οποίοι τον φιλοδώρησαν με βρισιές και γαλακτοκομικά, ακολουθεί μία μυστηριώδη μηχανόβια κυρία, η οποία του προσφέρει τρόπο διαφυγής, για να καταλήξει με μία σφαίρα ανάμεσα στα μάτια και τα παντελόνια κατεβασμένα.

  Οι φόνοι είναι πλέον τρεις, όσοι και οι φάκελοι,  περιλαμβάνουν δε όλη την γκάμα της εξουσίας.
Τα κοινά στον τρόπο που έγιναν οι φόνοι είναι:
α. Η σφαίρα ανάμεσα στα μάτια, που προφανώς παραπέμπει σε τιμωρία-εκτέλεση.
β. Η γυναικεία παρουσία και
γ. Στις περιπτώσεις Μακρή και Καραντινού, η υποψία απόπειρας σεξουαλικής συνεύρεσης.

  Οι πιέσεις προς την αστυνομία διαρκώς αυξάνονται.
  Ο χώρος των ερευνών διαρκώς διευρύνεται και περιλαμβάνει νέα πρόσωπα. Κάποια από αυτά ανήκουν στον στενό κύκλο των επιχειρήσεων, κάποια όμως, όπως ο δημοσιογράφος Καρυπίδης είναι πολύ μακριά από αυτόν.

  Σε ό,τι αφορά τον δημοσιογράφο και την περιγραφή του ανθρώπου αυτού, ο συγγραφέας δίνει μία νότα ελπίδας. Τον παρουσιάζει επίμονο, αδιάφθορο ερευνητή, που κυνηγάει την αλήθεια, χωρίς να υπολογίζει κόστος. Δίνει μία νότα ελπίδας.

  Ποιοι αποτελούν την ομάδα έρευνας; 

  Η αστυνόμος Τρύπη, ακόμα μία γυναίκα στην ιστορία του Αζαριάδη, εντελώς διαφορετική από τις προηγούμενες, αναλαμβάνει την υπόθεση. Είναι νέα, δραστήρια, έξυπνη, παθιασμένη με τη δουλειά της, διαζευγμένη και μητέρα μίας κόρης. Βρίσκεται σε μία δύσκολη καμπή της ζωής της, είναι πρόσφατο το διαζύγιό της, άγεται και φέρεται από τις προσωπικές της αναζητήσεις και ακόμα δεν έχει τακτοποιήσει μέσα της, το είδος της μάνας που θέλει να είναι για τη μικρή της κόρη. Προς το παρόν την έχει εμπιστευτεί στην μητέρα της και, ουσιαστικά, η ίδια, ουδόλως ασχολείται μαζί της.

  Η Τρύπη τέθηκε επικεφαλής της ομάδας πολύ πρόσφατα, λίγο καιρό μετά τον θάνατο του αστυνόμου Μίραλη (τα γεγονότα αναφέρονται στο πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, με τίτλο “Παλιοί λογαριασμοί”).

  Βοηθοί της είναι οι αρχιφύλακες Μπρίνης και Ντονάς, τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες μεταξύ τους, αλλά και εξαιρετικά δεμένοι και συνεργάσιμοι. Ο νεαρός Φούκουρας, προικισμένος κομπιουτεράς και ο Μόραλης, γιος παλαιού αστυνόμου-μύθου (η δράση του πατέρα του αναφέρεται στο προηγούμενο μυθιστόρημα) απόφοιτος της Νομικής.

  Προϊστάμενοί τους είναι οι Σταυρίδης, Μπελούνης και Πετρόπουλος.    Διαφορετικοί χαρακτήρες που σκιαγραφούνται με έντονα χρώματα. 
  Πιστεύω πως θα τους μαθαίνουμε ψηφίδα την ψηφίδα, από βιβλίο σε βιβλίο, επειδή δείχνουν να αποτελούν την ομάδα που έχει επιλέξει ο συγγραφέας και μας την ξεδιπλώνει αργά αργά, δίνοντας κάθε φορά λίγες σταγόνες από την προσωπικότητά τους.

  Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστο τον Βεργίνη, που νομίζω, αποτελεί ένα εύρημα του Αζαριάδη.
  Είναι ένας αστυνόμος-σύμβολο, που δρα με αντισυμβατικές μεθόδους, ενώ είναι εντελώς ενταγμένος στο σύστημα. Σε όρους έρευνας, βρίσκεται υπεράνω όλων, ακόμα και του αρχηγού της αστυνομίας ή και του ίδιου του υπουργού.
  Είναι τα μάτια και τα αυτιά όλων των γεγονότων που συμβαίνουν μέσα στο κτίριο της Αστυνομίας, στα Κεντρικά. Οργανώνει και κατευθύνει τον τρόπο, τον χειρισμό μίας εκάστης των υποθέσεων.
  Ο Βεργίνης είναι το ίδιο το σύστημα, αλλά ταυτόχρονα και το αντισύστημα (ας μου επιτραπεί ο αδόκιμος όρος).
  Είναι ένα είδος ιδιότυπου “από μηχανής Θεού” ο οποίος επεμβαίνει και παρεμβαίνει. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν γίνονται πάντα προς τη λύση και την κάθαρση. Πολλές φορές -κυρίως στο πρώτο βιβλίο- κλίνουν προς τη συγκάλυψη ή την καθοδήγηση των ενεργειών. Σκοτεινό, μυστηριώδες πρόσωπο, όπως και ο ρόλος του.

  Όσο περισσότερο οι αστυνομικοί ασχολούνται με την έρευνα, τόσους περισσότερους κουβάδες καφέ φίλτρου πίνουν και τόσο περισσότερο μπαγιάτικα κρουασάν καταναλώνουν (μετά από τέτοια  κατανάλωση, τα κρουασάν, τουλάχιστον στο λεκανοπέδιο της Αττικής, θα έπρεπε να είναι φρεσκότατα), αλλά βρίσκονται διαρκώς μπροστά σε μεγαλύτερες ομοιότητες των υποθέσεων και ωμότητες των θυμάτων, κατά τη διάρκεια του βίου τους.

 Και ένα ακόμα πρόσωπο-μύθος: Η Μαρίνα Φιλίππου.
 Μεγάλη ηθοποιός, από αυτούς που πραγματικά “ποιούν ήθος”.
  Κατά τη νεότητά της ανήκε στη γενιά του Πολυτεχνείου και ήταν συναγωνίστρια των θυμάτων. Παρακολουθούσε την εξέλιξή τους, αλλά και την “εκπόρνευση” της ιδεολογίας τους.
  Η Φιλίππου, καρκινοπαθής στα πρόθυρα του θανάτου, θέλει να αποχαιρετήσει τους θαυμαστές της, με μία μνημειώδη απόδοση των “Τρωάδων”, αλλά και να τιμωρήσει κάποιους από αυτούς που ξεπούλησαν τις ιδέες τους.
  Επέλεξε τους “επιφανέστερους”, ελπίζοντας πως η επιθυμία της θα βρει ικανούς συνεργούς.
  Μάζεψε τα επιβαρυντικά στοιχεία, σκηνοθέτησε το ατύχημα, άνοιξε τους ασκούς για να αρχίσει να αποδίδεται δικαιοσύνη.

  Η αφήγηση προχωρά προς τη λύση, η οποία βεβαίως δε θα αποκαλυφθεί και ο αναγνώστης βλέπει ολοένα και πιο ξεκάθαρα τα θέματα που απασχολούν τον συγγραφέα.

  Θέματα, όπως το ξεπούλημα των ιδεών στον βωμό του χρήματος και της δόξας.
  Δεν είναι τυχαίο που ο Αζαριάδης επέλεξε ανθρώπους της γενιάς τού Πολυτεχνείου. Είναι η γενιά του.
  Στηλιτεύει κάποιους από αυτούς. Όμως με την περιγραφή της Μαρίνας Φιλίππου δηλώνει πως η γενιά αυτή έχει μέλη ικανά, τα οποία προτίμησαν τη σιωπή και τη δημιουργία σε ξεχωριστούς κλάδους, δίχως να αναμειχθούν στην εξουσία και τα παιχνίδια της και οι οποίοι ίσως να αποτελούν την πλειονότητα.

  Περιγράφει όμορφα τον τρόπο ζωής κάποιων κύκλων και την ευκολία με την οποία λαμβάνονται αποφάσεις που επηρεάζουν δραματικά τις ανθρώπινες ζωές.

  Υπάρχουν βεβαίως θέματα, όπως η ισότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, η χρήση των μέσων μαζικής επικοινωνίας, ο τρόπος ανάληψης των δημοσίων έργων, η διανομή των Κοινοτικών κονδυλίων και πολλά ακόμα που θίγονται κατά τη διάρκεια της αφήγησης και τα οποία βοηθούν τον μύθο να αναπτυχθεί.

  Ο Αζαριάδης, χρησιμοποιεί τους γυναικείους χαρακτήρες με περίεργους τρόπους. Όπως φαίνεται από τον τρόπο της γραφής του, αγαπά τους Αμερικάνους συγγραφείς.
  Ο Ρέιμοντ Τσάντλερ ίσως να είναι και η μεγάλη του αδυναμία, μιας και οι περιγραφές των γυναικών είναι παρόμοιες.
  Θηλυκά, πάντα με τέλειες καμπύλες και προκλητικές. Συναισθηματικές μεν, εγωίστριες δε.
  Όσες είναι εντός γάμου, είναι καλά βολεμένες στις μικρές ή μεγάλες ανέσεις τους και αδιάφορες για τα κοινά, (ακόμα και η σύζυγος του αρχιφύλακα Ντονά, ενός δημοσίου υπαλλήλου, χαμηλόμισθου, αφού τον έπεισε για την αναγκαιότητα ενός μεγάλου σπιτιού και μίας σχετικά πολυτελούς διαβίωσης, τον πιέζει για την αποπληρωμή των δανείων αλλά και τη συνέχιση του ίδιου τρόπου ζωής).

  Οι υπόλοιπες γνωρίζουν την δύναμη του κορμιού τους και την εκμεταλλεύονται, σαν να είναι ο μόνος τρόπος επιβίωσής τους:
«Μπράβο, ρε Νατάσσα! Ακόμα και τα μάτια ξέρεις να διαβάζεις». Είπε χαμογελώντας ο Καραντινός χωρίς να μπορεί να ξεκολλήσει το βλέμμα από τα λικνιζόμενα οπίσθια που αναδείκνυε η θεόστενη φούστα της νεαράς” (σελ. 139)
“Ψηλή με πλούσιο στήθος, γεμάτες καμπύλες και μακριά πόδια, θα μπορούσε εύκολα να  αποτελέσει αντικείμενο πόθου για οποιονδήποτε σωστό άντρα. Φορούσε ένα στενό μαύρο φόρεμα, που έφτανε λίγο πάνω από το γόνατο” (σελ. 37).

  Ακόμα και η αστυνόμος Τρύπη έχει κάποια τέτοια στοιχεία. Είναι μία δυναμική, τολμηρή φιγούρα, που επιβιώνει σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο. Οι συνάδελφοί της σέβονται τη γνώση και την άποψή της, αλλά η αστυνόμος δεν ξεφεύγει από το στερεότυπο της “γκόμενας”: “Φόρεσε μια κοντή μαύρη φούστα κι ένα βαθυκόκκινο πουκάμισο με βαθύ ντεκολτέ. Έβαλε πλούσιο μέικαπ, κραγιόν στο κόκκινο της φωτιάς και σκούρο μολύβι πάνω από τα μάτια” (σελ. 63).

  Μόνο η εξωτερική εμφάνιση της συζύγου Παπαδήμα αποκλίνει από το γυναικείο πρότυπο της ιστορίας του Αζαριάδη. Έχει μεγάλη πατρική περιουσία και ουσιαστικά στηρίζει την οικογένεια. Είναι δε ζηλιάρα, κακότροπη, ελέγχει τον σύζυγο και με τη συμπεριφορά της τον ωθεί σε εξωσυζυγικές ατασθαλίες, συντελούντος και του ότι “Η Αθηνά τα τελευταία χρόνια είχε πάρει τόσα κιλά, ώστε να ξεχειλίζει επικίνδυνα κάτω από τη ροζ σατέν ρόμπα και να κινδυνεύει με άμεση επέμβαση της WWF για την επαναφορά στο φυσικό της περιβάλλον”           (σελ. 143).

  Η μόνη γυναίκα που ξεφεύγει από το στερεότυπο είναι η Μαρίνα Φιλίππου, η οποία βεβαίως έχει όλο το εξωτερικό “πακέτο” αλλά διαθέτει ήθος, άποψη και συνέπεια. Είναι το σύμβολο, ο μύθος, το ιδανικό.

  Υπάρχουν κάποιες εκφράσεις : “… H μοναδική σφαίρα ανάμεσα στα μάτια του μακαρίτη παρέπεμπε σε τσιγάρο. Είχε βλάψει ανεπανόρθωτα την υγεία του” (σελ. 77) ή “Ανάμεσα στα πολλά κουσούρια, που κληροδότησε  ο συχωρεμένος ο Μίραλης, είναι και το ντοκτορά στον τομέα της αυθαιρεσίας” (σελ. 148) ή…όταν ολοκλήρωσε το τρυφερό τετ α τετ με το ζεστό πτώμα” (σελ. 30) ή “ένα απολύτως αξιοσέβαστο πτώμα” (σελ. 78), που επίσης παραπέμπουν σε ατάκες “τύπου” Τσάντλερ.

  Ο συγγραφέας έχει επιλέξει να χρησιμοποιεί πολλούς ερευνητές.  Έχει τοποθετήσει την αστυνόμο Τρύπη, στην κεφαλή της ομάδας αυτής, όμως, από τον τρόπο που τους χειρίζεται, δείχνει πως πολύ εύκολα αυτό μπορεί να αλλάξει. Η ευκαμψία αυτή δίνει έναν διαφορετικό αέρα στο στερεότυπο των περιγραφών στα αστυνομικά μυθιστορήματα.

  Οι εικόνες και οι καταστάσεις που δημιουργεί είναι σχεδόν κινηματογραφικές. Οι χαρακτήρες ολοζώντανοι. Η φαντασία δημιουργική.
  Φαίνεται έντονα σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, η μεγάλη έρευνα που έχει γίνει, σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της Αστυνομίας, των ιατροδικαστών, ακόμα ακόμα και του κυλικείου των Κεντρικών.

  Ο Γρηγόρης Αζαριάδης έγραψε το πρώτο του βιβλίο το 2012, το δεύτερο το 2013. Για το 2014, τι να περιμένουμε;






Βάσω Παπαδοπούλου, Αθήνα, 31 Μαρτίου, 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου