ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου στις 11.00 π.μ συνάντηση στο Νεκροταφείο Αγίου Δημητρίου (Μπραχάμι) : Τιμάμε τη μνήμη συμμαθητών μας , Τάξεις 1968 & 1969.

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Μάνος Χατζιδάκις : Ο μεγάλος Έλληνας συνθέτης.


Σαν χθες  στις 23 Οκτωβρίου το 1925 γεννήθηκε στην Ξάνθη ο Μάνος Χατζιδάκις 

Γιος αστικής οικογένειας έρχεται σε επαφή από πολύ νωρίς με την μουσική, μαθαίνοντας πιάνο και βιολί. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα. 

Το 1938 ο πατέρας του πεθαίνει σε αεροπορικό ατύχημα, και σε συνδυασμό με την έναρξη του Β` Παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια του θα βρεθεί σε δεινή οικονομική θέση. Εκείνη την περίοδο ο Χατζιδάκις εργάζεται για βιοπορισμό ως εκφορτωτής, παγοπώλης, βοηθός νοσοκόμος κα. 

Η πρώτη εμφάνιση του Μάνου Χατζιδάκι ως συνθέτη πραγματοποιείται το 1944, σε ηλικία 19 ετών, με τη συμμετοχή του στο έργο "Τελευταίος Ασπροκόρακας" του Αλέξη Σολομού, στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν Μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου 



Το 1960 βραβεύεται με το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζυλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή» Το 1972 στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας ιδρύει το χώρο ‘πολύτροπο», ώστε να βρουν βήμα έκφρασης οι ανήσυχες φωνές της εποχής Το 1975 γίνεται διευθυντής του τρίτου προγράμματος της κρατικής ραδιοφωνίας Το 1989 ιδρύει την ορχήστρα των χρωμάτων 

Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε κορυφαίος μουσικοσυνθέτης, διανοούμενος και ποιητής Έφυγε από την ζωή στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου το 1994

Ένα σχόλιο του Μάνου Χατζιδάκι που ακούστηκε από τι Γ' Πρόγραμμα την Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978 
Τα αποσπάσματα του κειμένου είναι από το βιβλίο: «Τα Σχόλια του Τρίτου», Εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1980.

«Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.
(...) 
Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ το μυαλό της κότας. Απ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ τους εχθρούς.

Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.

- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. 

Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

(...)
Πώς θ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας
»;

7 σχόλια:

  1. Μὴν ἀμελήσετε.
    Πάρτε μαζί σας νερό.
    Τὸ μέλλον μας θὰ ἔχει πολὺ ξηρασία.
    Μιχ. Κατσαρός
    Δεν μπορώ παρά να εκφράσω (ακόμη μια φορά) τον ενθουσιασμό μου, γιατί η σύνταξη (και με τη συγκεκριμένη ανάρτηση) επιβεβαίωσε την ποιότητα που διακρίνει τη σελίδα από το ξεκίνημά της.
    Δεν πρόκειται για άγονη παρελθοντολογία, ούτε κάποιου είδους ανούσια και εκ του ασφαλούς αναφορά σε προσωπικότητες, καταστάσεις και γεγονότα του παρελθόντος, πρόσωπα τα οποία, ακριβώς γιατί έχουν εκλείψει σαν φυσική παρουσία, μπορούμε να τα χρησιμοποιούμε (και ταλαιπωρούμε) κατά το δοκούν.
    Είναι το παρόν μας, που εμπεριέχει νομοτελειακά το μέλλον μας, ένα μέλλον με «πολλή ξηρασία». Είναι το δοχείο με το νερό, για να διασχίσουμε την έρημο, στην οποία έχουμε, ήδη, εισέλθει.
    Στο βιογραφικό του σημείωμα σε πρώτο πρόσωπο, που έγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις (στο εξής Μ.Χ.) από τον Νοέμβριο του 1980 ως τον Μάρτιο του 1981, καταλήγει ως εξής: «(...)Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι: A δ ι α φ ο ρ ώ για τη δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ. Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας. Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, τη σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα».

    Περισσότερο αρμόδιος να μιλήσει για το Μ.Χ. δεν είναι κανένας άλλος παρά ο Μίκης Θεοδωράκης η άλλη κορυφή των Ιμαλαϊων.
    Σε ένα καταπληκτικό άρθρο του, στην ένατη επέτειο του θανάτου του Μ.Χ. γράφει (λυπάμαι που θα σας ταλαιπωρήσω με αλλεπάλληλα σπασίματα που επιβάλλει το σύστημα) επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω μέσα από την περιγραφή της σχέσης του με τον Μάνο Χατζιδάκι, αποκαλύπτοντας μια πολυσύνθετη προσωπικότητα, έναν δημιουργό που, όπως καταλήγει, «τα αθάνατα έργα του θα φωτίζουν πάντα τους ανθρώπους, Έλληνες και αλλοδαπούς».

    " Ο Μάνος κι εγώ "
    H πρώτη μας συνάντηση με τον Μάνο Χατζιδάκι έγινε την άνοιξη του 1945. Ήμαστε και οι δυο εν τη γενέσει μας συνθέτες, με κοινά πρότυπα τα αριστουργήματα της συμφωνικής μουσικής.

    H Ελλάδα ήταν τότε μια κατεστραμμένη χώρα και, το πιο σοβαρό, με αβέβαιο μέλλον. Μπορεί οι Γερμανοί να είχαν φύγει και ο λαός να ζούσε τη χαρά της απελευθέρωσης, όμως όλοι ή σχεδόν όλοι γνωρίζαμε ότι η ευτυχία μας ήταν προσωρινή και ότι καινούργιες συμφορές ήταν μπροστά μας.

    H πρώτη μας συνύπαρξη με τον Μάνο έγινε στις κουίντες του θεάτρου της Βρετάνιας. Αυτός είχε γράψει τη μουσική για «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε» του Αλέξη Δαμιανού κι εγώ διηύθυνα τη μικρή χορωδία από Επονίτες. Κάπου κάπου τον αντικαθιστούσα στο αρμόνιο. Ο θίασος των Ενωμένων Καλλιτεχνών ήταν ο επίσημος θίασος της Αριστεράς, του EAM, κι αυτό από μόνο του έδειχνε το ιδεολογικό στρατόπεδο στο οποίο ανήκαμε και οι δύο. Άλλωστε αυτό ήταν κάτι το αυτονόητο για το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής νεολαίας και ιδιαίτερα της σκεπτόμενης. Τότε ο Μάνος έκανε τα πρώτα του βήματα προς τη δημοσιότητα, προς τη φήμη, για να φτάσει συντομότερα από κάθε άλλον στην κορυφή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστούμε πολύ "Σοφιστή" για το πράγματι πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Μίκη Θεοδωράκη, που επισύναψες στην ανάρτησή μας και διαβάζοντάς το μπορέσαμε να προσεγγίσουμε λίγο την πολύπλευρη - και άγνωστη στο πολύ κόσμο - προσωπικότητα του Μάνου , Επίσης ευχαριστούμε και τον Αντώνη, που έστειλε με email ( σε μερικούς από εμάς) αυτό το εξαιρετικό αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι και στάθηκε η αφορμή να αναρτηθεί στο blog μας.

      Διαγραφή
  2. Ήταν ένας συμφωνιστής

    Όταν αρχίσαμε να επισκεπτόμαστε ο ένας το σπίτι του άλλου, αυτός να έρχεται στη Σμύρνης 39 στη Νέα Σμύρνη κι εγώ στη Μάνου 3 στο Παγκράτι, ήταν φυσικό να παίζουμε ο ένας στον άλλο τις συνθέσεις μας στο πιάνο. Ακολουθούσε συζήτηση στην αρχή για τη μουσική, με κατάληξη στην πολιτική. H διαφορά μας τότε ήταν ότι εγώ ήμουν οργανωμένος και γι' αυτό θα έλεγα φανατισμένος. Δεν ήθελα να δω την πραγματικότητα που μου ανέλυε με την τετράγωνη λογική του ο Μάνος, όμως αυτές οι διαφωνίες μας, αντί να μας απομακρύνουν, μας έφερναν πιο κοντά: Εγώ τον εκτιμούσα ακόμα πιο πολύ γιατί συμφωνούσα στο βάθος με την ορθότητα και την εντιμότητα της σκέψης του. Εκείνος πάλι έβλεπε ότι ήμουν πιασμένος στο δόκανο ενός «πρέπει» που με οδηγούσε πέρα από τη λογική... Όταν βρέθηκα στα 1947 εξόριστος στην Ικαρία, μου έγραψε: «Έχω τύψεις που εσύ είσαι εκεί κι εγώ έμεινα εδώ...».

    Ο Μάνος ήταν ένας συμφωνιστής... Θυμάμαι σαν και τώρα τα καυτά μεσημέρια του θέρους του 1946, μόνοι μας στα τελευταία καθίσματα του λεωφορείου που ανέβαινε τη Συγγρού. Κάθε μεσημέρι η μητέρα μου μας έκανε το τραπέζι και μετά πηγαίναμε για τις δουλειές ή τις σπουδές μας στην Αθήνα. Ο Μάνος μού μιλούσε ασταμάτητα για τα συμφωνικά έργα που είχε στο μυαλό του και για τους πιο απίθανους συνδυασμούς οργάνων που θα χρησιμοποιούσε. Π.χ., τρία τρομπόνια και δύο άρπες για το ένα, ορχήστρα πνευστών με σόλο τσέλο για το άλλο... και ούτω καθ' εξής.

    Στο μεταξύ όμως η ζωή γινόταν όλο και πιο δύσκολη... Εκείνος άρχισε να δουλεύει στου Fix (εργοστάσιο πάγου) κι εγώ εφημεριδοπώλης, για το μεροκάματο. H αλήθεια είναι ότι ο δικός μου πατέρας μού εξασφάλιζε το καθημερινό πιάτο, όμως δεν ήθελα να τον επιβαρύνω για τα έξοδα των σπουδών μου, ενώ ο Μάνος ήταν ο ίδιος πατέρας, γιος και αδελφός. Έπρεπε αυτός να δουλέψει για να ζήσει τη μικρή του οικογένεια. Ένα βαρύ καθήκον που έμελλε να τον κυνηγά για πολλά χρόνια και τελικά θα τον απομακρύνει από τη μεγάλη του αγάπη, τη συμφωνική μουσική. Μονάχα στην τελευταία περίοδο της ζωής του με την ίδρυση της Ορχήστρας των Χρωμάτων θα μπορέσει να αφεθεί ολοκληρωτικά στο μεγάλο του πάθος διευθύνοντας συμφωνικά έργα.

    Μήπως όμως δεν είχε μια από τις καλύτερες δισκοθήκες στον κόσμο; Χιλιάδες δίσκοι, κυρίως «κλασικοί». Και το σπουδαιότερο: τους άκουγε όλους! Έτσι μπορώ να πω ότι κανείς στην Ελλάδα δεν γνώριζε καλύτερα τη μουσική του 20ού αιώνα (πέραν των κλασικών εννοείται), τους σύγχρονους ερμηνευτές, τις φημισμένες ορχήστρες, τις μουσικές σχολές και όλες τις ιδιαιτερότητες της σύγχρονης μουσικής.

    Με έκρυβε από τον θάνατο

    Μετά τον Εμφύλιο ο Χατζιδάκις ήταν ήδη πολύ γνωστός κυρίως από τις μουσικές που έγραψε για το θέατρο. Όταν ξεκινούσε με τον Κάρολο Κουν, με τον «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα, στα 1948, δεν μπόρεσα να αντισταθώ και πήγαμε με τη Μυρτώ στην πρεμιέρα. Ήμουν παράνομος και κινδύνευα την ίδια τη ζωή μου. Καθήσαμε στα πίσω καθίσματα, για να κρύβομαι, και μαγεμένος από τη θεσπέσια μουσική του τού έστειλα ένα μικρό σημείωμα που το είχε φυλάξει και μου το έδειχνε συχνά με μεγάλη πάντα συγκίνηση. Υποθέτω τόσο για τα καλά μου λόγια όσο και γιατί γνώριζε τους κινδύνους που αψήφησα για να είμαι κοντά του σ' εκείνη την ξεχωριστή για κείνον στιγμή. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί σήμερα την ιδιαιτερότητα εκείνων των καιρών. Πόσο ο θάνατος σεργιανούσε στις γειτονιές της Αθήνας και πόσο διακινδύνευες αν τύχαινε να βοηθήσεις κάποιον... μελλοθάνατο. Και ο Μάνος ήταν από τους λίγους που στην περίπτωσή μου δεν φοβήθηκε τις συνέπειες. Μου άνοιξε το μικρό του σπίτι στο Παγκράτι και με έκρυβε συστηματικά. Πόσο όμορφες ήταν εκείνες οι μέρες που ο θάνατος καιροφυλακτούσε, όμως εμείς - ίσως γι' αυτό - παίζαμε αμέτρητες ώρες στο πιάνο τις συνθέσεις μας, ανταλλάσσαμε απόψεις και όνειρα, επιθυμίες και σχέδια, αδιαφορώντας αν μια στιγμή αργότερα όλα θα είχαν τελειώσει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τα παιδικά μας τραγούδια

    Είχαμε συνθέσει και οι δύο «παιδικά» τραγούδια. Γιατί «παιδικά»; Ίσως γιατί οι στίχοι έβγαιναν από σχολικά βιβλία με τους εθνικούς μας ποιητές. Ίσως γιατί το ύφος ήταν απλό, διάφανο, άμεσο για να τραγουδηθεί από παιδιά και μεγάλους... Πόσες και πόσες μελωδίες από τις «παιδικές» μας συνθέσεις δεν έγιναν αργότερα γνωστά τραγούδια... Ο Μάνος τα χρησιμοποίησε στο θέατρο. Εγώ στις... όπερες! Γραμμένα όλα στα είκοσί μας χρόνια ήταν, θα λέγαμε, η μουσική μας ταυτότητα. Πράγματι, τα ακούσματά μας ήταν ακόμα λίγα και οι ξένες επιρροές λιγότερες, έτσι μέσα σ' αυτά τα έργα ήμαστε «εμείς»... Κάποτε αποφασίσαμε να τα πάμε στο υπουργείο Παιδείας. Υπήρχαν πολλοί φίλοι που μας προέτρεπαν. «Αυτά θα πρέπει να τα μάθουν τα ελληνόπουλα» μας έλεγαν.

    Πόσο όμως ντροπιαστήκαμε όταν διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρχε κατάλληλη διεύθυνση, υπάλληλοι, αρμόδιοι... Όλοι μάς κοίταζαν έκπληκτοι. Οι περισσότεροι θα μας θεώρησαν ψώνια... «Ακούς εκεί παιδικά τραγούδια»... Τέλος, τα αφήσαμε σε κάποιο γραφείο, όπου οι υπάλληλοι τα έθαψαν κάτω από σωρούς εγγράφων. Όμως σε πείσμα τους εκείνα κατάφεραν να επιζήσουν με άλλο τρόπο, να γίνουν γνωστά και να αγαπηθούν από τους Έλληνες.

    Για να δώσω ένα πρόχειρο παράδειγμα, θυμάμαι πως ο Οδυσσέας Ελύτης είχε ενθουσιαστεί με κάποιο τραγούδι που έγραψα επάνω σε ποίηση Βαλαωρίτη στα 1938... Έτσι αργότερα έβαλε νέους δικούς του στίχους και έγινε το τραγούδι «Ανάμεσα Σύρο και Τζια». Ο Μάνος χρησιμοποίησε τις μελωδίες από τα δικά του «παιδικά» στη «Μικρή Λευκή Αχιβάδα» (κι από κει στο «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε» ή το ανάποδο), στον «Ματωμένο γάμο», στα τραγούδια για τον Μπρεχτ και ποιος ξέρει σε πόσα άλλα γνωστά τραγούδια.

    Ήμαστε λοιπόν βασικά μελωδιστές με κοινή φιλοδοξία να συνθέσουμε συμφωνικά έργα. Και το τραγούδι; Το ελαφρό τραγούδι που δέσποζε τότε δεν παρουσίαζε για μας το παραμικρό ενδιαφέρον σαν αντικείμενο σοβαρής μουσικής ενασχόλησης. Όσο για το λαϊκό, θυμάμαι ότι από το 1946 ο Μάνος μάς έπαιζε σε πιάνο τις διασκευές του πάνω σε τραγούδια του Μητσάκη και άλλων. Ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο απέδιδε πιανιστικά τις πενιές των μπουζουκιών με τις επαναλαμβανόμενες νότες έγινε σχολή... Όμως για μας τους ορκισμένους συμφωνιστές η μεταγραφή λαϊκών μελωδιών στο «ευρωπαΐζον» πιάνο δεν πήγαινε πέρα από το στοιχείο της γραφικότητας. Το ίδιο και με τις «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές». Και όμως ένα μυστηριώδες κύμα μιας κρυφής γοητείας μάς κατακυρίευε σιγά σιγά. Γιατί, αλήθεια, τόσο μεγάλη και βαθιά συγκίνηση για πράγματα τόσο απλά; Τι ήταν αλήθεια τα έργα αυτά μπροστά σε έναν Στραβίνσκι, έναν Μπάρτοκ, έναν Σοστακόβιτς, για να μας συγκινούν και να μας καθηλώνουν;

    Στο σημείο αυτό χώρισαν οι δρόμοι μας με τον Μάνο, για να ξανασμίξουν λίγα χρόνια αργότερα, στη δεκαετία του '60.

    H λύτρωση από τις φαντασιώσεις

    Νομίζω ότι ο Μάνος βρήκε τότε, στη δεκαετία του '50, τον δρόμο του που αργότερα θα γινόταν και δικός μου δρόμος. Το θέατρο, το Ελληνικό Χορόδραμα και αργότερα ο κινηματογράφος τον βοήθησαν να λυτρωθεί από τις φαντασιώσεις των προτύπων της ευρωπαϊκής μουσικής και να ακολουθήσει έναν δρόμο μοναδικό, προσωπικό, πρωτότυπο και βαθιά ελληνικό. Ο «Καραγκιόζης» ήταν ένα καθαρό αριστούργημα γεμάτο μελωδικές ιδέες, η μια πιο φωτεινή απ' την άλλη, και ρυθμικές παραλλαγές γεμάτες πρωτοτυπία και λάμψη. H πρώτη γραφή του για πιάνο ήταν για μένα και η πιο γνήσια και αποκαλυπτική. Όταν ακολούθησε η ενορχήστρωση, τότε άρχισαν και τα προβλήματα που παραμένουν άλυτα έως σήμερα. Πώς μπορείς να ενορχηστρώσεις ένα καθαρά ελληνικό έργο χωρίς να προδώσεις τον βαθύτερο χαρακτήρα του;

    Στο μεταξύ η δική μου αγωνία συνεχιζόταν παίρνοντας όλο και πιο δραματική μορφή για

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. μένα. Με το ένα μάτι στη Δύση και με το άλλο στην Ελλάδα... Τι να κάνω; Πώς να το κάνω; Πώς να συνδυάσω, πώς να παντρέψω αυτούς τους δύο κόσμους;

    Όταν άκουσε ο Χατζιδάκις τη δική μου «Ελληνική Αποκριά» (1953, Ελληνικό Χορόδραμα), τον είδα με μεγάλη μου ανακούφιση να συμφωνεί. Άλλωστε το έπαιζε συχνά με την Ορχήστρα των Χρωμάτων και είχε κάνει απόπειρες να ολοκληρώσει μια ηχοληψία όπως ο ίδιος την ήθελε: με τελειότητα. Τι ήταν εν τέλει το έργο αυτό; Νομίζω μια πρόταση για ενορχήστρωση ενός καθαρά ελληνικού μουσικού υλικού...

    Ευτύχησα να είμαι μαζί του στην Όπερα της Ρώμης στα 1953, όταν ο Ανδρέας Παρίδης διηύθυνε με τους ιταλούς μουσικούς τον «Καραγκιόζη» και την «Ελληνική Αποκριά». Βγαίναμε και οι δύο για πρώτη φορά στην εμβληματική Ευρώπη των μεγάλων συμφωνιστών! Την επομένη εγώ θα πήγαινα στο Παρίσι να δαμάσω επιτέλους τα φαντάσματα της συμφωνικής μουσικής που με βασάνιζαν, ο δε Μάνος θα γύριζε στην Ελλάδα ακολουθώντας έναν δρόμο που ο ίδιος είχε στρώσει και που θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάκτηση μιας κορυφής που ήταν ίσως η πιο ψηλή για όλους μας: Το Ελληνικό Τραγούδι.

    H «Στέλλα» και ο «Επιτάφιος»

    Συνθέτοντας συνεχώς συμφωνικά έργα βυθιζόμουν όλο και πιο πολύ σ' έναν μουσικό κόσμο που στο βάθος με απομάκρυνε από την Ελλάδα. Ίσως γι' αυτό δεν χαιρόμουν πια με τις όποιες επιτυχίες μου, γιατί η αναγνώριση προερχόταν από ένα κοινό που δεν με αφορούσε.

    Όταν πήγα και είδα τη «Στέλλα», θυμάμαι ότι μέθυσα κυριολεκτικά με τις μελωδίες του Χατζιδάκι. Πήγα και ξαναπήγα έως ότου τις μάθω καλά για να τις παίζω στο πιάνο. Πόσο τυχερός είναι, έλεγα μέσα μου, που μπορεί να εκφράζεται 100% ελληνικά, χωρίς φιοριτούρες, πολύπλοκες κατασκευές και σκοτεινές συγχορδίες. Πόσο ήμουν δυστυχισμένος σε εκείνη την πρώτη διεθνή αναγνώριση, ιδιαίτερα μετά την «Αντιγόνη» στο Κόβεντ Γκάρντεν. Χαιρετώντας από τη σκηνή το αριστοκρατικό κοινό της πρεμιέρας, αποφάσισα ακριβώς εκείνη τη στιγμή να το βάλω στα πόδια και να γυρίσω στη φυσική μου κοίτη, στην πατρίδα μου.

    Λες και μάντεψε τη σκέψη μου ο Γιάννης Ρίτσος, μου έστειλε τότε τον «Επιτάφιο» (1958). Ευθύς μόλις έγραψα τα τραγούδια, τα έστειλα - πού αλλού - στον Χατζιδάκι. Όταν τον συνάντησα τον άλλο χρόνο στο σπίτι του στο Παγκράτι, έβγαλε και μου έδειξε τους μαγικούς δίσκους Fidelity με τα πρώτα του τραγούδια. Πόσο ήταν πλήρης, ευτυχής, ολοκληρωμένος. Κι εγώ πόσο τον ζήλεψα εκείνη τη στιγμή: Ένα κοινό εφηβικό μας όνειρο, να πάει η μουσική μας παντού, εκείνος το πραγματοποιούσε. Τότε τον ρώτησα: «Πήρες τον "Επιτάφιο", Μάνο; Τι γνώμη έχεις;». Δεν τόλμησα να τον ρωτήσω αν μπορεί να ηχογραφηθεί... Όμως εκείνος φαίνεται ότι έβλεπε στο πρόσωπό μου τη συνέχιση του κοινού μας ονείρου, του συμφωνιστή:

    - Εσύ γράφεις συμφωνικά έργα και πας πολύ καλά. Κατάφερες αυτό που και οι δύο επιθυμούσαμε τόσο. [Ωστόσο εγώ τα έβλεπα ανάποδα, πίστευα πως εκείνος τα είχε καταφέρει καλύτερα.] Τώρα παίζεται στην Επίδαυρο η μουσική σου για τις «Φοίνισσες», συνέχισε. Έχεις παραγγελίες, μπαλέτα, γίνεσαι γνωστός στην Ευρώπη. Ναι, γνωρίζω τον «Επιτάφιο», όμως πρέπει να σου πω ειλικρινά ότι δεν είναι αντάξιός σου...

    Το φαινόμενο Χατζιδάκις

    Βαθιά γοητευμένος δεν είπα λέξη. Ο Μάνος μάς είχε καλέσει με τη Μυρτώ σε γεύμα στην Πλάκα. Έλαμπε. Ο κόσμος τον αναγνώριζε. Τον θαύμαζε. Τον αγαπούσε. Το φαινόμενο Χατζιδάκις δέσποζε ήδη στο κέντρο του εθνικού μας στερεώματος.

    Τον επόμενο χρόνο εν τούτοις ο Μάνος ηχογράφησε πρώτος τα τραγούδια του «Επιτάφιου», κάνοντας έτσι τις πορείες μας παράλληλες. Το πόσο ήταν όχι μόνο παράλληλες αλλά και παρόμοιες το δείχνει η κοινή μας αγάπη τόσο για το τραγούδι όσο και για τη συμφωνική μουσική. Εγώ την έδειξα με συμφωνικές συνθέσεις, ενώ ο Μάνος με τη διεύθυνση συμφωνικών έργων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Άλλωστε μήπως δεν υπήρξε διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας, της Λυρικής Σκηνής, του Γ' Προγράμματος και δεν είχε σειρά άλλων δραστηριοτήτων που έδειχναν τα πραγματικά του ενδιαφέροντα; Μήπως η πνευματική του καλλιέργεια, τα φιλοσοφικά του ενδιαφέροντα, οι κοινωνικές του ευαισθησίες δεν εκδηλώνονταν κάθε τόσο, με την έκδοση, λ.χ., του «Τέταρτου», καθώς και με τις καίριες παρεμβάσεις του σε φλέγοντα θέματα, παρεμβάσεις που συχνά έβαζαν στα γεγονότα τη σφραγίδα της προσωπικότητάς του; Μιας προσωπικότητας που είχε την πολυτέλεια να δηλώνει προσωπικός φίλος του Καραμανλή και παράλληλα να υποστηρίζει θέσεις πέραν ακόμα των επισήμων απόψεων της Αριστεράς.

    Διαφορετικός παντού και σε όλα

    Ο Χατζιδάκις ήταν «διαφορετικός» και ήταν περήφανος γι' αυτό και είχε τη μεγάλη δύναμη να το δείχνει σε πολύ δύσκολους καιρούς, γιατί το θεωρούσε πράξη ελευθερίας και ολοκλήρωσης. Θα έλεγα ότι ήταν διαφορετικός παντού και σε όλα. Το εκπληκτικό ήταν ότι το γνώριζε πριν ακόμα το υποψιαστούν οι άλλοι. Ήταν οικείος, πάντα μέχρι του σημείου που εκείνος ήθελε, ήταν εκείνος που σε κάθε περίπτωση έθετε τους «κανόνες του παιχνιδιού», και είχε μια «μεγαλοπρέπεια» θα έλεγε κανείς και ένα κύρος που μπροστά του δεν υπήρχε δεύτερη γνώμη. Γιατί ο Χατζιδάκις δεν έγινε μεγάλος. Γεννήθηκε μεγάλος! Και ακόμα, είχε το προσόν να επιβάλλει στους άλλους αυτή την πραγματικότητα. Όταν μιλούσε, διατύπωνε τόσο άρτια, με τόσο άψογα ελληνικά και τόσο τέλεια τεκμηριωμένα οτιδήποτε έθιγε, που σε έπειθε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν μια αυθεντία. Μια μοναδική περίπτωση ανθρώπου που σε καθήλωνε μονάχα με ένα βλέμμα.

    Εμένα προσωπικά, πέραν όλων των άλλων, με γοήτευε. Ναι, ήταν ένας γόης. Ως άνθρωπος, ως διανοούμενος και ως συνθέτης. Και νομίζω ότι αυτή η γοητεία αποτελεί την πεμπτουσία της μουσικής του που αναστατώνει τις αισθήσεις και τη σκέψη μας. Τον κάνει απολύτως οικείο και παράλληλα τόσο διαφορετικό - τόσο πιο σημαντικό - από όλους εμάς. Ένα δώρο των θεών στη χώρα μας, που με μικρούς συνδυασμούς ήχων τόσο προσωπικών, δηλαδή με τις μαγικές του μελωδίες, φτάνει στα βάθη της εθνικής συλλογικής μας ευαισθησίας, ρουφάει το μεδούλι της και μας το δωρίζει με αθάνατα έργα που θα φωτίζουν πάντα τους ανθρώπους, έλληνες και αλλοδαπούς.»

    Επιτρέψτε μου μια και σας ταλαιπώρησα αρκετά να κλείσω και πάλι με απόσπασμα από το Μ.Χ.

    " Παίδες, πριν 15 χρόνια με μιαν άλλη μουσική*, σας είχα πει πως θα ξαγρυπνώ έξω απ'τα σπίτια σας για να μαζεύω τα όνειρά σας. Τώρα κουράστηκα.
    Εσείς είτε ονειρεύεστε, είτε όχι, μπορείτε και ζείτε χωρίς εμένα. Δεν ανήκω ούτε στη ζωή σας ούτε στα όνειρά σας. Ακόμα κουράστηκα να πλέκω μουσικές απ' την επιθυμία των σωμάτων σας.
    Προτιμώ να φύγω μακριά σας για πάντα. Ίσως συναντηθώ με μερικούς σοφούς που δεν τους ένοιωσα όταν κι εγώ ήμουν νέος.
    Γεια σας παίδες, γεια σας." (1977)

    *Το 1962, η Οδός Ονείρων η Οδός Ονείρων κλείνει με τα λόγια " Θα ξαγρυπνώ έξω απ' τα σπίτια σας για να μαζεύω τα όνειρά σας" ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ...................................................................
    "Η γης δεν έχει κρικέλια
    για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
    μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
    να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
    Και τούτα τα κορμιά
    πλασμένα από έvα χώμα που δεν ξέρουν,
    έχουν ψυχές.
    Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
    δε Θα μπορέσουν~ μόνο θα τις ξεκάμουν
    αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
    Δεν αργεί να καρπίσει τ' αστάχυ
    δε χρειάζεται μακρύ καιρό
    για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
    δε χρειάζεται μακρύ καιρό
    το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
    κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
    δε χρειάζεται μακρύ καιρό
    για να γεμίσει με την τρέλα,
    νήσος τις έστι...".
    ......................................................
    Σαλαμίνα, Kύπρoς, Νοέμβρης '53
    Γιώργος Σεφέρης
    Νομπέλ λογοτεχνίας
    (σαβ σήμερα πενήντα χρόνια πίσω)
    Για να μην ξεχνιόμαστε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή