ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Σάββατο 7 Οκτώβρη 2017 : H τακτική φθινοπωρινή μας συνάντηση ! Λεπτομέρειες για τη συνάντηση θα ανακοινωθούν έγκαιρα από το blog μας.

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

«Η ΦΑΜΕΓΙΑ» : Κριτική βιβλίου από τον Ηλία Π. Γιαννιά



«Η ΦΑΜΕΓΙΑ» της Αντωνίας Ζεβόλη – Νταουντάκη
ή
«Δυό μήνες με συντροφιά μου την Τόνια Ζεβόλη».

Είμαστε πραγματικά περήφανοι οι Απόφοιτοι του ΣΤ’ Γυμνασίου Αρρένων Αθηνών, γιατί στην «οικογένειά μας» ανήκει και μια καταξιωμένη συγγραφέας. Όχι, βέβαια ότι είχαμε την ... τύχη τη δεκαετία του ’60 να φιλοξενούμε στις τάξεις μας και ... μαθήτριες. Τα «μεικτά» λειτούργησαν αργότερα. Όμως η αξιόλογη αυτή συγγραφέας είναι η Αντωνία Ζεβόλη – Νταουντάκη, σύζυγος του συμμαθητή μας Δημήτρη Ζεβόλη.
Την Τόνια τη γνώρισα «τυχαία» στις 5 του Φλεβάρη στο «Άλικο» στου Ψυρρή, στη μάζωξη που κάναμε 80 νοματαίοι, για να τιμήσουμε τον σεβαστό μας δάσκαλο Κώστα Γιαννημάρα. Και λέω «τυχαία», γιατί πραγματικά το φλουρί της πίτας του 2017 ήταν ο κλήρος που είχε ορίσει η θεά Λάχεση για μένα και το δώρο για τα «βρετίκια» ήταν το βιβλίο της Τόνιας Ζεβόλη «Η Φαμέγια». Στην ολιγόλεπτη γνωριμία-συνομιλία μας αισθάνθηκα να δίνω πάλι πτυχιακές εξετάσεις, όταν στο δεύτερο φύλλο του βιβλίου της μου έδειξε μια φωτογραφία της εποχής «εκείνης» και με ρώτησε «τί βλέπω». Με δέος της απάντησα ότι μπροστά σε ένα «πλινθόκτιστο φτωχικό» ένας άντρας και τρεις γυναίκες έλαμπαν κυριολεκτικά με μιά λάμψη «ψυχικού πλούτου» που ακτινοβολούσε το βλέμμα τους, όπως ατένιζαν το φωτογραφικό φακό, ντυμένες τόσο προσεκτικά και καθισμένες γύρω από ένα τραπεζάκι στρωμένο μ’ ένα πάλλευκο, σαν αγνή ψυχή, νεραϊδοκέντητο τρίχαπτο. Και κάτω το χώμα της αυλής.
Έτσι γνώρισα την Τόνια. Έτσι πρωταντίκρισα τη Φαμέγια, την Ευτυχία απ’ τα Μαράλια της Κρήτης κι έτσι λάτρεψα την Ευτυχία, γιατί μου θύμιζε την μάνα μου την Ελένη, απ’ τα Γιοκαρέϊκα κοντά στην Τρίπολη. Στην αρχή με είχε επηρεάσει η γλυκιά μορφή που έχει βάλει η συγγραφέας στο εξώφυλλο του βιβλίου της. Και μετά με συνεπήρε ο τρόπος γραφής της, ο λόγος της. Που έρχεται να εισβάλλει θριαμβευτής στα τρίσβαθα της ψυχής μας και σαν μητρική αγκαλιά να απαλύνει με το χάδι του κάθε μας κύτταρο που έχει απομείνει ζωντανό στο σκληρό καθημερινό μας αγώνα για πίστη στην ζωή, για ηθική, για λευτεριά. Η κυρία Ζεβόλη σμιλεύοντας με ιώβεια υπομονή το λόγο της, σαν τον λαξευτή της πέτρας που κάνει το μάρμαρο να μιλάει, μας χαρίζει απλόχερα το απαύγασμα των γνώσεών της και τον πλούτο της ψυχής της. Άλλοτε ο λόγος της πλέκει τον ιστό μιας σιωπηλής δραπέτευσης απ’ τα Μαράλια στο φευγιό για την Αθήνα, μέσα στο μαύρο σκοτάδι της νύχτας με μοναδικό φως τη στίλβη των άστρων, καθώς ήθελε να προλάβει να φθάσει στον Κάντανο «πριν το ηλιοφίλημα στης ροδαυγής την πάχνα». Και άλλοτε ο λόγος της στεντόρειος και ηρωικός τραντάζει συθέμελα, σαν πεντοζάλης, την ελληνική γη, μιλώντας για εθνική συνέχεια και λευτεριά στις σελίδες της που περιγράφει τον αγώνα κατά των Γερμανών ή τα δραματικά χρόνια με το πυροκόχλασμα του εμφύλιου.


Η συγγραφέας μάς κρατά αιχμάλωτους στις ατραπούς των ιστοριών που μας οδηγεί η γραφή της. Γιατί είναι κυρίως ιστορίες αυθεντικές. Είναι ιστορίες που μας μαγεύουν. Είναι ιστορίες που απ’ τις κύλικες της περιγραφής τους ξεχειλίζει η αλήθεια και το συναίσθημα. Διαβάζοντας το βιβλίο της μάς καθηλώνει στον απολογισμό της ζωής της Ευτυχίας. Μιας ζωής γραμμένης με μεγάλη ευαισθησία και με μια λεπτομερέστατη παρατηρητικότητα. Διαβάζοντας το βιβλίο αισθάνεσαι αόρατος σύντροφος της Ευτυχίας, λες και είσαι δίπλα της και τα βλέπεις όλα! Λες και το βιβλίο είναι εικονογραφημένο! Γιατί το βιβλίο είναι γραμμένο με τρόπο συγκλονιστικό, που κάνει την αλήθεια να λάμπει σε κάθε σελίδα του, ακόμα και μετά από οδυνηρά ξαφνιάσματα. Είναι εμπνευσμένο από τα μοτίβα και τις καθημερινότητες της ζωής είτε στις μυριοχιλιοπεντάμορφες φουντωτές πλαγιές που ’χαν κορώνα τους λαμπρή τα Μαράλια είτε στην πολυάνθρωπη, απάνθρωπη Αθήνα. Και καταγράφει και ψυχογραφεί με διεισδυτικό τρόπο την Ευτυχία και τα συγγενικά και φιλικά της πρόσωπα, τον αγώνα τους για καλύτερη ζωή και τα αδιέξοδα των κακοτράχαλων μονοπατιών που η τύρβη της ζωής τούς ανάγκαζε να ακολουθούν γογγύζοντας.
Η συγγραφέας αρμενίζοντας σ’ ένα απέραντο πέλαγος λέξεων για τα πρόσωπα του περίγυρου της Ευτυχίας, προκαλεί συνέχεια ψυχικές δονήσεις σαν μια μακρόσυρτη παρατεταμένη μαρμαρυγή που είναι το ενδιαφέρον που σε καλύπτει ολοκληρωτικά καθώς ψάχνεις με αγωνία να δεις πού θα οδηγήσει η στράτα της την πολύπαθη Φαμέγια. Που μας την παρουσιάζει να κρατά τον μίτο της Αριάδνης και να προχωρά με «ανδρικό» σθένος στους δύσκολους δαιδαλώδεις δρόμους της λαβυρινθώδους άοκνης πορείας της. Μέσα απ‘ τις λαμπρές, ολόφωτες σελίδες του βιβλίου και με τη βοήθεια του μελίρρυτου λόγου τής συγγραφέως, αναδύεται μια αίσθηση αγάπης, συμπόνιας και ταύτισης με την πολύπαθη Ευτυχία, τον άντρα της και την οικογένειά της. Χωρίς καμμιά φοβική συμπεριφορά, χωρίς καμμιά επαρχιωτοφερμένη κομπλεξαρισμένη εικόνα στην επαγγελματική της καθημερινότητα, μεγεθύνει την εικόνα τής υφάντρας που την χαρακτηρίζει ένα τεράστιο ειδικό βάρος ψυχικής και σωματικής δύναμης. Μιας δύναμης ικανής να την οδηγεί στη δούλεψη δυό αργαλειών συγχρόνως. Εκεί που για να στημονιάζεις τόσο γρήγορα έπρεπε ή να είσαι υπεράνθρωπος ή να ‘χεις γεννηθεί στην κακοτράχαλη, περήφανη, λεβεντογέννα Κρήτη, στα άγρια Μαράλια. Μιας δύναμης που το «δυναμόμετρο», όπως εκείνο στα παλιά Λούνα Παρκ, δείχνει τι ψυχικό σθένος είχε αυτή η γυναίκα, που χωρίς φόβο μπήκε να μείνει με την οικογένεια της σ ‘ένα σπίτι πλινθόκτιστο, που κάτω είχε χώμα και τα κενά στα παράθυρα τα έκλεινε με καρφωμένες κουρελούδες! Θα αναφωνήσει κανείς το γνωστό «ΟΥΑΟΥ!» αν αυτό το διαβάζει – ακούει για πρώτη φορά στην ζωή του. Εδώ θα ήθελα να ομολογήσω στη φίλτατη Τόνια Ζεβόλη ότι εγώ δεν φέρθηκα όμοια! Γιατί παρόμοια κατάσταση δε μου ήταν άγνωστη. Την είχα ζήσει τη διετία 1950 – 52 ο ίδιος στο σπίτι μας, όπως μου εκμυστηρευόταν η «δική μου αγωνίστρια στη ζωή» η μάνα μου. Γιατί εγώ πώς να το είχα αντιληφθεί; Μωρό ήμουν τότε! Ίσως αυτή η κατάσταση ήταν η αιτία που κάποιοι συμμαθητές μας όπως ο Κουσουρής, ο Σελετόπουλος και άλλοι με βλέπουν να κολυμπώ στη θάλασσα ακόμα και τώρα – 2017 και ετών 67- μέσα στο χειμώνα, με χιονόνερο και μηδέν βαθμούς Κελσίου στην Αθήνα. Είναι φοβερά αυτά τα στοιχεία που μας περιγράφει με τη «χρυσή πένα» της η φίλτατη κυρία Ζεβόλη. Ας τα κλείσουν στα τρίσβαθα της ψυχής τους όλοι οι σημερινοί καλοπερασάκηδες αναγνώστες της! Και ας τα χρησιμοποιήσουν σαν τηλαυγή φάρο για την αυτογνωσία τους. Και ας διαπαιδαγωγήσουν με βιβλία όπως «Η Φαμέγια» τα παιδιά τους. Αξίζει τον κόπο! Θα είναι ένας βασικός τρόπος να γίνουν «ΑΝΘΡΩΠΟΙ» και να είναι ικανά να ανεβαίνουν χωρίς γογγυτά τα κακοτράχαλα ανηφόρια της ζωής τους. Γιατί βλέπουμε καθαρά ότι η πολύπαθη Φαμέγια, αν και είχε πάει στο σχολειό πέντε μόνο μήνες, ήξερε να παίρνει τις σωστές αποφάσεις και να φωτίζει σαν σηματωρός τα λιθάρια στα δύσβατα μονοπάτια της βασανισμένης της ζωής.
Η φίλτατη κυρία Ζεβόλη είναι στο γράψιμό της τόσο αληθινή. Δεν αμβλύνει με «δήθεν» την κόψη την τρομερή του σπαθιού που άδραχνε με τα δυό της χέρια η Ευτυχία και σπαθίζοντας στο διάβα της έριχνε δεξιά κι αριστερά τις αφάνες και τις γκορτσιές που της μάτωναν τις πατούσες, σε μια αγχωμένη «πιλάλα» να τρέξει να προλάβει τον κότινο της νίκης της καθημερινότητάς της με τις ποικίλες αποχρώσεις και αποφάσεις της. Γιατί όπως ομολογεί κάπου η Ευτυχία:
«Να ‘χεις την ευθύνη της δικής σου ζωής, δεν είναι τίποτα, μπροστά στην ευθύνη της ζωής τριών ανήλικων παιδιών, που εξαρτάται από τις δικές σου αποφάσεις».
Ευτυχώς που οι αποφάσεις και της Ευτυχίας και του άντρα της του Ευτύχη ήταν οι πρέπουσες, γιατί και οι δυό τους είχαν γεννηθεί στην ορεινή, κακοτράχαλη, περήφανη Κρήτη. Εκεί που τα φουριάρικα τρέχουνε στους τροχάλους στις μαδάρες πάνω στις βουνοκορφές τις χιονισμένες ακόμα και τον Αύγουστο.
            Ανατρέχοντας με νοσταλγία τις πεντακόσιες σελίδες του βιβλίου τής κυρίας Ζεβόλη δεν μπορώ να μη σταθώ σε μερικές ολόλαμπρα φωτισμένες για να αναδειχθεί η αξία του αγώνα για ζωή της Ευτυχίας, για να μας γίνει απτός ο χαρακτήρας της, για να θαυμάσουμε μια αληθινά ηρωική Κρητικιά, μια αθάνατη Ελληνίδα. Τελειώνοντας τη Φαμέγια στη σελίδα πεντακόσια έχω νομίζω το δικαίωμα να αναφωνήσω όπως ο γιός της ο Προκόπης: «Τώρα που μέστωσε το μυαλό μου και είμαι σε θέση να κρίνω και να συγκρίνω, τώρα κατάλαβα την αξία σου, Ευτυχία». Γιατί πραγματικά η αξία της ήταν τεράστια. Και τη γνωρίσαμε στην περιγραφή μιας μάνας με ιδιαίτερη εξυπνάδα, με έναν «ανδρικό» δυναμισμό και μ ‘έναν  απόλυτα αποφασιστικό χαρακτήρα. Και με μια πρωτόγνωρη συμπεριφορά, που ξεδίπλωνε καθώς κέρναγε ό,τι είχε τις συντροφιές τής αυλής του φτωχικού της. Συντροφιές που ήξερε πόσο διαφορετικά πολιτικά «πιστεύω» τις χαρακτήριζαν και πόσο η ίδια έπρεπε να κρατήσει γερά τα γκέμια, ώστε η άμαξα της κουβέντας να μην τραβήξει προς τον γκρεμό, να μη – στο τέλος – τσουρίσει! Ήταν μια συμπεριφορά που έκανε τον γιο της να βροντοφωνάξει κάποτε: «Αθάνατη Ευτυχία. Αν είχε μερικούς σαν κι εσένα το διπλωματικό σώμα θα είχε σωθεί η χώρα».
            Φαντάζομαι ότι η κυρία Ζεβόλη παραδέχεται πως υπάρχουν κάποια όρια που έχει πάντα μαζί της στο γράψιμο της Φαμέγιας, κάτι σαν οικογενειακή συνείδηση, που δεν μπορεί να αγνοήσει. Γι‘ αυτό και μας παρουσιάζει όλα τα δραματικά και αγωνιώδη περιστατικά της ζωής όλων των συγγενικών προσώπων της Ευτυχίας, όπως εξυφαίνονται από τη συγγραφέα στις λαμπρές σελίδες του βιβλίου της. Και θα ήθελα να υπογραμμίσω την περιγραφή μέσα σε δεκαέξι ολόκληρες φοβερές σελίδες του περίφημου «Κρητικού γάμου». Εκεί που ο κόκκινος παλιός μαρουβάς οδηγεί στις άπειρες μπαλωθιές, στα αθάνατα ριζίτικα τραγούδια και στον λεβέντικο γεωσείστη πεντοζάλη.
            Όμως καθώς η ζωή μάς τυλίγει στη ρόκα του πανδαμάτορα χρόνου, αυτό το εκπάγλου λαμπρότητας βιβλίο πλησιάζει προς το τέλος του. Κι εκεί κάπου μας συνταράσσει η ερώτηση που η κυρία Ζεβόλη άκουσε απ ’το στόμα της γιαγιάς Ευτυχίας και διάβασε στα μάτια της:
«Άξιζε τον κόπο να περάσω όλα αυτά;» «Δεν ξέρω» συμπλήρωσε η ίδια!
Και σαν θηλυκός Διγενής, ακλουθώντας το βαρυανήφορο στρατί της, πάλεψε στα μαρμαρένια αλώνια τον τελευταίο αγώνα της πολυτάραχης ζωής της, αντιμετωπίζοντας με θάρρος και αυταπάρνηση τον Χάροντα, μέχρι που η καρδιά της σταμάτησε πια να χτυπά. Πρόλαβε όμως να ξεμπροστιάσει τον Χάροντα με τα αθάνατα λόγια του Μανιάτη ποιητή Δημήτρη Παναγάκη:
«νάν το χωνέψης πως ψυχή δική μου δέ χαλιέται
καί μόνο το κουφάρι μου άψυχο κι’ άδειο κλειέται
                                                        στήν παγερή σιωπή σου.
                                                        Θάνατε, τί ντροπή σου!   
Και εμείς αφού σφουγγίσαμε τα βουρκωμένα μας μάτια με τ’ ανάστροφο της παλάμης μας, σαν τελευταίο προσκύνημα σφίξαμε το βιβλίο της Φαμέγιας στο μέρος της καρδιάς μας και αισθανθήκαμε πάρα πολύ σοφότεροι τώρα που μάθαμε όλοι τη ζωή της γιαγιάς Ευτυχίας. Έτσι που μας την περιέγραψε η Αντωνία Ζεβόλη – Νταουντάκη «η δική μας Τόνια» με τον γλυκύρρυτο λόγο της.
Και εγώ, συναισθανόμενος την επί δυό μήνες συντροφιά της στον αγώνα μου να διαβάσω το βιβλίο της, σαν τελειόφοιτος φοιτητής που «έτρεχα» κάθε βράδυ ξενυχτώντας «για να βγάλω ύλη» και συνεπαρμένος απ’ τη γλαφυρότητα της γραφής της είμαι υποχρεωμένος να της σφίξω θερμά το χέρι και να της ζητήσω να  αδράξει ξανά τη χρυσή της πένα και να μας χαρίσει νέες σελίδες, ένα νέο βιβλίο της γεμάτο με τον μελίρρυτο λόγο της. Αισθάνομαι απέραντη ευγνωμοσύνη στο λαμπρό, φωτεινό, λεβέντικο Κρητικό της πρόσωπο που γνώρισα στις 5 του Φλεβάρη στο «Άλικο» στου Ψυρρή και θα ήθελα να με θεωρεί από εδώ και πέρα ένα τεράστιο στυπόχαρτο που ρούφηξε κυριολεκτικά κάθε λέξη, κάθε γράμμα της γραφής της στις πεντακόσιες σελίδες «της Φαμέγιας της». Θεωρώ τον εαυτό μου ένα ταπεινό, πιστό μαθητή της πολυσέλιδης γραφής της για πίστη στον αγώνα της ζωής, για ηθική και για λευτεριά. Και ομολογώ ότι στο τέλος σαν κινηματογραφική ταινία ήρθαν μπροστά μου οι δυό ολόκληροι μήνες που «η Τόνια μας» μου έκανε κάθε βράδυ συντροφιά στην προσπάθεια μου να διαβάσω «τη Φαμέγια» της και να κρατώ ολονύχτιες σημειώσεις. Η τύρβη της ζωής με είχε παρασύρει στην καθημερινότητα μου. Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν ήμουν κανένας παρατέλεμος, ότι έπρεπε επιτέλους να γράψω «δυό λόγια» για τη Φαμέγια της Τόνιας μας, της λατρευτής συντρόφου του φίλου και συμμαθητή μας Δημήτρη Ζεβόλη.
Και το τελευταίο βράδυ, εκεί κοντά στα ξημερώματα αισθάνθηκα την Τόνια να μου φωνάζει με μάνητα, αληθινά αγανακτισμένη, τα λόγια της γιαγιάς Ευτυχίας, σφυρίζοντας ύπουλα σαν λιακόνι κι αφρολυσσομανώντας ασίγιαγα:
«Εγώι σου!
Σ’ άφησα ήσυχο τόσο καιρό, γιατί νόμιζες πως δεν ήσουν ελεύθερος ν’ ασχοληθείς μαζί μου.
ΜΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝ ΔΕΝ ΨΑΞΕΙΣ ΝΑ ΤΗ ΒΡΕΙΣ ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ. Πάντα δούλος κάποιων καταστάσεων θα είσαι κι εγώ δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Απομακρύνομαι. Δε μου αρκεί το «συγύρισμα» που κάνεις στις σημειώσεις σου».
            Μου πήρε λίγα μόλις λεπτά μέχρι να ερμηνεύσω ολόκληρο το βάθος των λόγων της, να συνειδητοποιήσω το μήνυμα της, να καταλάβω ότι την έκαμα να βαροκαρδίζει κι ύστερα να πέσω με τα μούτρα στο γράψιμο, πριν αρχίσω να ξεχνάω ό,τι ήξερα για τη Φαμέγια, πριν απομακρυνθεί από το μυαλό μου η γιαγιά Ευτυχία.
            Έτσι έγραψα τελικά «δυό λόγια» για το βιβλίο της Ευτυχίας. Έτσι ΑΝΟΙΞΑ – ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ – ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ και σας παρουσίασα όσο ταπεινά μπορούσα
            «Τη Φαμέγια» της Αντωνίας Ζεβόλη – Νταουντάκη.


Ηλίας Π. Γιαννιάς
Κτηνίατρος
Ξημέρωμα Πρωτομαγιάς 2017
Χρόνος ανάγνωσης κειμένου 16 λεπτά ακριβώς.


7 σχόλια:

  1. Τρύγησα κι εγώ από το απάνθισμα του κειμένου σου.
    Γνωριστήκαμε στην τρυφερή νειότη μας, στη Σχολή Ζώων.
    Σαρανταπέντε χρόνια έχουν περάσει και όμως είσαι κει,
    να φτιάχνεις έργα, αυτά που λεν του κόσμου, Τα Ποιητικά.
    Οι κριτικές σου αποτελούν αρχείο λογοτεχνίας.
    Η πιστή φίλη απ'την κτηνιατρική Σεβαστή Μπούρα-Μπούτου.
    Νέα Υόρκη Μάϊος 20, 2017

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γεια σας καλοι μου Φιλοι και Συμμαθητες,
    Εχομαι να ειστε καλα καθως και οι οικογενειες σας.
    Χθες πηρα ενα τηλεφωνημα απο τον Γιαννια σχετικα με την κριτικη που εγραψε για το βιβλιο.
    Τουπα λοιπον πως ειναι ευτυχημα που ασχολειται με την γραφη και ιδιαιτερα με την κριτικη. Η προσφορα του ειναι σημαντικη μιας και ενθαρρυνει τον/την συγραφεα για επιπλεον δημιουργιες .

    Αυτο ειπα και θαθελε λεει να το ξερετε και σεις και να σας στειλω τουτο το εμαιλ...
    Σας χαιρετω ,
    Με την αγαπη μου,
    Πανος Αδαμόπουλος
    Νέα Υόρκη
    USA

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Διαβάζοντας τήν κριτική του Κου Ηλία Γιαννιά γιά το βιβλίο τής Κας Αντωνίας Ζεβόλη – Νταουντάκη, αυτομάτως ήρθαν στό μυαλό μου ανάλογες περιγραφές των Κεφαλλήνων παππούδων μου για τα δύσκολα χρόνια τους και συγκινήθηκα ιδιαίτερα. Δέν είμαι τόσο καλή όσο ο Κος Γιαννιάς στόν γραπτό λόγο. Εξ΄άλλου όσα διάβασα στήν κριτική του με άγγιξαν τόσο βαθειά, που δεν μπορώ να τα εκφράσω με λόγια.
    Εκείνο όμως που με συγκίνησε ιδιαίτερα, είναι η αναφορά του Κου Γιαννιά στό συναίσθημα που ένοιωθε όταν διάβαζε το βιβλίο «Η ΦΑΜΕΓΙΑ» της συγγραφέως Κας Αντωνίας Ζεβόλη –Νταουντάκη: "Διαβάζοντας το βιβλίο αισθάνεσαι αόρατος σύντροφος της Ευτυχίας, λες και είσαι δίπλα της και τα βλέπεις όλα! Λες και το βιβλίο είναι εικονογραφημένο!" Έτσι αισθάνθηκα και εγώ διαβάζοντας την κριτική του. Λές και ήμουν εκεί, λές και βίωνα τίς ίδιες καταστάσεις.
    Τελειώνοντας, θα ήθελα να συγχαρώ το ιστολόγιό σας τόσο για τόν τρόπο σχεδιασμού του όσο και γιά τίς αναρτήσεις του. Είναι από τα ελάχιστα ιστολόγια αποφοίτων Δημοσίου Σχολείου, άν όχι το μοναδικό, με αξιόλογη δομή και περιεχόμενο.
    Φιλικά
    Δρ. Ευαγγελία Κοσμετάτου
    Φυσικοθεραπεύτρια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κα Ευαγγελία Κοσμετάτου σας ευχαριστούμε πάρα πολύ, για τα καλά σας λόγια. Πραγματικά μας δίνουν κουράγιο να συνεχίσουμε να καταγράφουμε τις μαθητικές μας αναμνήσεις αλλά και τις σημερινές δράσεις των συμμαθητών μας μέσα από το ιστολόγιό μας , που - αισίως- βρίσκεται στον 7ο χρόνο λειτουργίας του.

      Διαγραφή
  4. Αντωνία Ζεβόλη Νταουντάκη26 Μαΐου 2017 - 9:08 μ.μ.

    Πριν δω δημοσιευμένο, στην πάντα φιλόξενη ιστοσελίδα των συμμαθητών του ΄69, την κριτική του φίλου (πια) Ηλία χτύπησε ένα απόγευμα το τηλέφωνό μου και έκπληκτη τον άκουσα να μου λέει πως είχε γράψει επτά !!!!! σελίδες για το βιβλίο μου «Η ΦΜΑΕΓΙΑ» Είχε μάλιστα την ευγένεια να με ρωτήσει αν ήθελα να μου το διαβάσει και αν συμφωνούσα να το στείλει για ανάρτηση.
    Η έκπληξή μου όμως σύντομα μεταβλήθηκε σε συγκίνηση καθώς κυλούσε σαν χείμαρρος ο λόγος του και καθώς από τον χείμαρρο ξέφευγαν, συχνά, πολύτιμα πετραδάκια – διαμαντάκια, ρουμπίνια, αμέθυστοι και μαργαριτάρια κεντώντας τα αυτιά μου με μελωδικούς ήχους (:τρίχαπτο, νεραϊδοκέντητο, πυροκόχλασμα, γεωσείστης, βαρυανήφορος, αφρολυσσομανώντας κ.λ.π.). Πριν ακόμα η ανάγνωση φθάσει στην μέση συνειδητοποίησα ξαφνικά πως είχα βουρκώσει !! Τέτοια συναισθήματα μπόρεσε να δημιουργήσει η «Φαμέγια» σ΄ αυτόν τον ευαίσθητο άνθρωπο ώστε να τον εμπνεύσει να γράψει όχι μια απλή κριτική αλλά ένα αριστουργηματικό ποιητικό δημιούργημα;
    Γιατί αυτό δεν ήταν κριτική ήταν από μόνο του ένα λογοτέχνημα.
    Είναι αλήθεια πως έχω διαβάσει μέχρι τώρα πολλές εξαιρετικές κριτικές γι’ αυτό το βιβλίο. Κάποιες μάλιστα τις είχα θαυμάσει για τις γνώσεις και την αρτιότητα του λόγου. Κάποιες άλλες με είχαν επίσης συγκινήσει με την ειλικρίνεια και συναίσθημα που ανέδιδαν. Και του ς ευχαριστώ όλους γιαυτό.
    Όμως αυτή με έκανε ασυναίσθητα και αυθόρμητα να δακρύσω.
    Συνειδητοποίησα ξαφνικά πως ο αγαπητός Ηλίας είχε τόσο πολύ ταυτισθεί με την ιστορία της «Φαμέγιας» ώστε έκανε δικές του λέξεις και φράσεις του βιβλίου, που λογικά πρέπει να αγνοούσε πριν το διαβάσει, και όμως τώρα τις χρησιμοποιούσε, στην διαμόρφωση του κειμένου του, σαν δικές του και όχι σαν δανεικές (:παρατέλεμος, φουριάρικα, τροχάλοι, τσουρίσει, λιακόνι κ.λ.π.).
    Κυρίως όμως ότι «άνοιξε πραγματικά την ψυχή του» όπως γράφει στο τέλος και έγραψε με αυτήν και όχι με μελάνι, όχι δύο λόγια όπως λέει, αλλά επτά ολόκληρες σελίδες κριτικής, που στην διάρκειά τους δεν «ξεπεζεύει», ούτε στιγμή, η ομορφιά και η αρτιότητα του λόγου του.
    Σε ευχαριστώ από καρδιάς αγαπητέ Ηλία και θα ήθελα γρήγορα να ξαναπιάσεις το μολύβι για να γράψεις, όχι μια ακόμα κριτική, αλλά ένα δικό σου δημιούργημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. "Νεραϊδοκέντητο τρίχαπτο" η κριτική για τη Φαμέγια. Για άλλη μια φορά "η χρυσή πένα" του Ηλία - δε μου επιτρέπει να τον αποκαλώ κ. Ηλία - μας συνεπήρε, μας σεργιάνισε στα μονοπάτια μιας "ευαίσθητης αυθεντικής ιστορίας".

    Γεωργία Τσιακοπούλου
    Αρχαιολόγος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Διαβάζοντας την κριτική του Ηλία Γιαννιά για το μυθιστόρημα «Φαμέγια» της Αντωνίας Ζεβόλη - Νταουντάκη, ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει την σπάνια συνάντηση ενός ευαίσθητου και χαρισματικού κριτικού και μιας αυθεντικής συγγραφέα που μεταπλάθει συγκλονιστικά βιώματα σε «λογοτεχνική αλήθεια», ώστε τα διαχρονικά μηνύματα που μεταδίδουν οι αγώνες των προηγούμενων γενεών στον κακοτράχαλο δρόμο της ζωής να αποτελούν φωτεινό φάρο για τους ανθρώπους του μέλλοντος.
    Ο αγαπητός Ηλίας με την κριτική του ευθύτητα και με τον ευγενικό, χυμώδη και μελίρρυτο λόγο του αναδεικνύει τη δική του λογοτεχνική οντότητα και καλλιτεχνική ευαισθησία και έτσι γίνεται κι αυτός ένας «δημιουργός» με αφορμή το εξαιρετικό πόνημα της Αντωνίας Ζεβόλη - Νταουντάκη, δημιουργώντας αισθητική συγκίνηση στον αναγνώστη της κριτικής του, αναδεικνύοντας το έργο, φωτίζοντας λεπτομέρειές του και ζωντανεύοντας σκηνές του. Μέσα από την κριτική του, καταξιώνεται η Ευτυχία ως πρότυπο δυναμισμού, αξιοπρέπειας και πίστης στον αγώνα της ζωής για ηθική και για λευτεριά.
    Νιώθω την ανάγκη να απευθύνω ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον αγαπητό Ηλία που μας ταξίδεψε στη «Φαμέγια» και στάθηκε η αφορμή να γνωρίσουμε λογοτεχνικά τη γιαγιά Ευτυχία και την κυρία Αντωνία Ζεβόλη- Νταουντάκη.

    Αλέξανδρος Γκιτζίρης
    Φιλόλογος

    ΑπάντησηΔιαγραφή