ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Η διάλεξη του καθηγητή μας κ.Κωνσταντίνου Γιαννημάρα (16/8/2015- Νυμφασία Αρκαδίας)













Το πλήρες κείμενο της διάλεξης του καθηγητή μας κ. Κωνσταντίνου  Γιαννημάρα, που πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι ,στην κατάμεστη αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Νυμφασίων (πρώην Δημοτικό Σχολείο «Συγγρός» 1905) .
Θέμα της τα διαχρονικά ήθη και έθιμά μας για τη γέννηση , το γάμο και το θάνατο από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τις μέρες μας. 





ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΡΙΑΝΤ. ΓΙΑΝΝΗΜΑΡΑ

ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ









ΔΙΑΛΕΞΗ    16-8-2015









ΘΕΜΑ : «Προαιώνιες Ελληνικές δοξασίες : ήθη, έθιμα
και θεσπίσματα, που απηχούν μετουσιωμένα
μέχρι σήμερα».






Πρόλογος

     Ζούμε σε μια εποχή, όπου τα πάντα κλονίζονται. Ιστορικά ντοκουμέντα αμφισβητούνται και διαστρεβλώνονται από μισέλληνες, Έλληνες και μη, και μάλιστα από πανεπιστημιακές καθέδρες.
     Η ιστορική μνήμη, σαν θρυαλλίδα τρεμοσβήνει και δεν φαίνεται ότι υπάρχουν κίνητρα, που θα την ξαναφουντώσουν.
     Η εθνική συνείδηση στέκει ναρκωμένη μπροστά στα καίρια πλήγματα της Νέας Τάξεως Πραγμάτων, που επιβάλλει μια αόρατη, όμως ολέθρια δύναμη, που καλείται Παγκοσμιοποίηση.
     Οι άνθρωποι κινδυνεύουν να χάσουν την προσωπικότητά τους, αφού ταυτοποιούνται μόνο με αριθμούς, οι δε κοινωνίες και τα έθνη να γίνουν μάζες ανθρώπων ανωνύμων.
     Μπροστά σ’αυτή την παγκόσμια απειλή της ισοπέδωσης των πάντων βγαίνει μια εναγώνια, διαχρονική κραυγή από το εθνοσωτήριο έργο του Ιστορικού των Ιστορικών, συμπατριώτη μας Βυτιναίου Κων/νου Παπαρρηγοπούλου, που διακηρύσσει ότι         «ήθη, έθιμα και γλώσσα είναι τα στηρίγματα, που διατηρούν και εδραιώνουν την ιστορική συνέχεια και την ιδιαιτερότητα του Ελληνικού Έθνους. Αυτά ανήκουν στην ελληνική παράδοση, η οποία ανελίσσεται παράλληλα με την Ελληνική Ιστορία.»
     Η ιστορία φωτίζει το μέλλον με τη γνώση του παρελθόντος, η δε παράδοση φωτίζει  τη διαχρονική γνησιότητα του Έθνους μας εν χρόνω και τόπω, με λόγο και πράξη,    όπως λειτουργούν τα προαιώνια ήθη, έθιμα και θεσπίσματα, που εδραιώνουν την αυτογνωσία της Φυλής μας.
Οι δοξασίες, δηλαδή οι ιδέες και αντιλήψεις, τα ήθη που είναι η φυσιογνωμία της ψυχής μας και τα έθιμα, που είναι ενέργειες και κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς της Φυλής μας τεκμηριώνουν το ότι «Έλληνες αεί εσμέν.»
     Αυτά μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά, αρχής γενομένης από το απώτατο παρελθόν, που συμπλέκεται ανάμεσα στο Μύθο και στην Ιστορία, σε διάρκεια τριών και πλέον χιλιάδων ετών, σε διατήρηση και λειτουργία.
     Μαρτυρείται ότι οι Ιεραπόστολοι, προκειμένου να εκχριστιανίσουν ειδωλολάτρες που τηρούσαν αυτές τις δοξασίες, με τα ήθη και έθιμα, είχαν πάρει εντολή να μην εναντιωθούν προς αυτά, διότι αποτελούσαν τρόπον ζωής ριζωμένον βαθιά στη συνείδηση των ανθρώπων, αλλά να τα ανεχθούν και με τον χρόνο να μετουσιαστούν με άλλο νόημα, Χριστιανικό.
     Η παράδοσή μας είναι πλουσιωτάτη σε εφαρμογές που αναφέρονται σε όλες τις εκδηλώσεις της Ζωής της Φυλής μας` όμως εμείς θα σταθούμε απόψε στους τρεις σταθμούς της Ζωής των ανθρώπων μας, που είναι η Γέννηση, ο Γάμος και ο Θάνατος.




ΓΕΝΝΗΣΙΣ

     Το μυστήριο της Ζωής, και προπάντων η γέννηση νέας ζωής με τη γέννηση νέου ανθρώπου, απασχόλησε τους ανθρώπους από τότε που εμφανίστηκαν πάνω στη Γη, περιβάλλοντας αυτό με διάφορες δοξασίες και παραδόσεις, που αντιστοιχούν στο πολιτιστικό επίπεδο κάθε λαού και ανταποκρίνονται στις συναισθηματικές του τάσεις.
     Η κρισιμότητα της στιγμής της γεννήσεως, με τη μητέρα να τεκνοποιή, η αβεβαιότητα για την έκβαση του τοκετού, οι μεγάλοι κίνδυνοι και οι ωδίνες, δηλαδή οι τρομεροί πόνοι του τοκετού, έκαμαν τους ανθρώπους να επικαλούνται υπερφυσικές δυνάμεις, για να προστατεύσουν τόσο τη μητέρα όσο και το νεογέννητο από κάθε κακό.
     Έτσι επενοήθη πλήθος προλήψεων, που έγιναν έθιμα και διατηρήθηκαν δια μέσου των αιώνων.
     Όταν γεννιόταν το παιδί, οι Αρχαίοι πρόγονοί μας εστόλιζαν την πόρτα και τα παράθυρα του σπιτιού με κλάδους δάφνης, αν το νεογέννητο ήταν αρσενικό, ενώ αν ήταν θηλυκό κρεμούσαν στην πόρτα ένα (1) ποκάρι μαλλιά από πρόβατο, όπως αναφέρει ο Ησύχιος (5ος μ.Χ. αιώνας).
     Η μαία απέκοπτε τον ομφάλιο λώρο, τον οποίον έθαπτον στο προαύλιο Εκκλησίας ή Σχολείου, για να έχη το νεογέννητο ευσέβεια και φιλομάθεια.
     Ενώ το έλουαν με χλιαρό αλατισμένο νερό, οι συγγενείς και φίλοι το ασήμωναν ρίχνοντας στο νερό νομίσματα, για να τα πάρη η Μαία.
     Το νεογέννητο ωνομαζόταν «δράκος» το αγόρι, και «δρακούλα» το κορίτσι, μέχρι να του δοθή όνομα, διότι ήθελαν να είναι υγιές και δυνατό, όπως το θηρίο δράκος. Εντός δέκα (10) ημερών έπρεπε να δοθή το όνομα στο παιδί, σε μια τελετή που λεγόταν «Αμφιδρόμια».
     Έπρεπε να περιμένουν δέκα (10) ημέρες, για να ιδούν αν το παιδί ήταν ικανό να ζήση, διότι εθεωρούσαν κακό να δοθή όνομα στο παιδί και μετά να πεθάνη.
     Τα «Αμφιδρόμια», δηλαδή η ονομασία του νεογέννητου γινόταν ως εξής:
     Κατ’αρχάς, οι γυναίκες που είχαν ασχοληθή με τον τοκετό, έπρεπε να «καθαρθούν», δηλαδή να πλύνουν καλά τα χέρια τους.
     Οι γονείς του παιδιού καλούσαν συγγενείς και φίλους στη γιορτή, που γινόταν βράδυ.
     Οι παρευρισκόμενοι, όπως αναφέρει ο Ησύχιος, έφεραν δώρα, κυρίως σουπιές και χταπόδια.
     Αφού μαζευόσανε όλοι, η Μαία έπαιρνε στην αγκαλιά της το παιδί και το περιέφερε γύρω από την Εστία, αφιερώνοντας αυτό στους Εφεστίους θεούς και στην οικογένεια, ενώ οι παριστάμενοι έλεγαν διάφορα ευχετικά τραγούδια και δινόταν το όνομα στο παιδί, με μάρτυρες τους παρισταμένους.
     Αν δεν παρίστατο σ’αυτή την τελετή ο πατέρας του παιδιού, αυτό εσήμαινε ότι δεν ανεγνώριζε το παιδί ως γνήσιο τέκνο του, όπως αναφέρει ο ρήτωρ Ισαίας (5ος-4ος π.Χ. αιώνας). Αυτή η περιφορά του παιδιού γύρω από την Εστία ήταν η επίσημη τελετή της ονομασίας.
     Και μερικά παραδείγματα για τη διαδικασαία του ονόματος:
     Το πρώτο το διηγείται ο Αριστοφάνης (5ος π.Χ. αιώνας) στην κωμωδία του «Νεφέλες», που σε μετάφραση έχει ως εξής:

     «Σαν αποκτήσαμε τούτον εδώ το γυιό, εγώ και η προκομμένη η γυναίκα μου τσακωνόμαστε τι όνομα να του δώσουμε. Αυτή έβαζε στο όνομα τη λέξη ίππος «Ξάνθιππος, Χάριππος» κ.α., ενώ εγώ ήθελα το όνομα «Φειδωνίδης», δηλαδή το όνομα του παππού μου. Για κάμποσο καιρό λοιπόν μαλλιοτραβιόμαστε. Έπειτα συμφωνήσαμε να βάλουμε και τα δύο (2) ονόματα κι έτσι το βγάλαμε «Φειδιππίδη».
     Και ένα δεύτερο, που αναφέρει ο Δημοσθένης (4ος π.Χ. αιώνας) στον δικανικόν του λόγον «Προς Μακάρτατον»:
     Πέθανε ο Αγνίας πλούσιος, χωρίς να αφήση κληρονόμους. Τότε ώρμησαν διάφοροι, που διεκδικούσαν την περιουσία του πεθαμένου. Ένας απ’αυτούς, ο Σωσίθεος, για να αποδείξη ότι είναι ο πιο σωστός οικογενειάρχης, που τηρεί τις κοινωνικές συνήθειες και τα έθιμα, είπε σε μετάφραση: «Απέκτησα τέσσαρα (4) αγόρια και μια κόρη. Στο πρώτο παιδί έβαλα το όνομα του πατέρα μουκαι το ονόμασα Σωσία, διότι αυτό ήταν το σωστό` στο δεύτερο παιδί έβαλα το όνομα του Ευβουλίδη, που είναι το όνομα του πεθερού μου. Στο τρίτο παιδί έδωσα το όνομα του κουνιάδου μου, που λεγόταν Μενεσθέας και στο τελευταίο παιδί έβαλα το όνομα Καλλίστρατος, που έτσι λεγόταν ο πατέρας της μάνας μου, ο παππούς μου.
     Το έθιμο, ο πρώτος εγγονός να παίρνη το όνομα του παππού του, πατέρα του πατέρα του, το συναντάμε ακόμη και στον Όμηρο (9ος π.Χ. αιώνας), στην 5η ραψωδία της Ιλιάδος, στίχος 546, που γράφει: «Ορσίλοχος έτικτε Διοκλήα μεγάθυμον, εκ δε Διοκλήος ετίχθη Ορσίλοχος», δηλαδή ο Ορσίλοχος εγέννησε τον Διοκλή τον μεγαλόκαρδον, ο δε Διοκλής τον Ορσίλοχον.
     Το όνομα έδινε ο πατέρας στα αγόρια, η μητέρα στα κορίτσια, αλλά μετά από συμφωνία έδιναν το όνομα και οι δύο, όπως συναντάμε στο έργο «Φοίνισσες» του Ευριπίδη, να λέη η μητέρα Ιοκάστη: «Την μεν Ισμήνην πατήρ ωνόμασε, την δε πρόσθεν Αντιγόνην εγώ».
     Οι αρχαίοι πρόγονοί μας εφρόντιζαν να έχουν ένα (1) προσωπικό όνομα, για να διακρίνωνται από άλλους, που τυχόν θα είχαν παρόμοιο όνομα.
     Γι’αυτό επενόησαν διαφόρους τρόπους, για να επιτύχουν αυτή τη μοναδικότητα.
     Κατά πρώτον έδιναν στο παιδί όνομα τέτοιο, που να προέρχεται από το όνομα του πατέρα του, για να δηλώνη σε ποια γενεά ανήκε.
            π.χ. Νικίας του Νικηράτου,
                   Τολμίδης του Τολμαίου,
                   Τιμόξενος του Τιμοκράτους.
     Αργότερα, το όνομα του πατέρα ήταν άσχετο ετυμολογικά με το όνομα του παιδιού, όμως το όνομα του πατέρα εχρησιμοποιείτο ως επώνυμο του παιδιού.
            π.χ. Περικλής ο Ξανθίππου,
                   Σωκράτης ο Σωφρονίσκου.
     Άλλοτε, ως επώνυμο εχρησιμοποιείτο ο τόπος καταγωγής
            π.χ. Θουκυδίδης ο Αθηναίος.
                   Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς.
                   (Σήμερα: Γιάννης ο Πάριος).
     Στην αρχαιότητα, ποτέ δεν έκαναν χρήση του αξιώματος, διότι δεν επέτρεπε η ισονομία της δημοκρατικής συνειδήσεως` ούτε και ο μέγας άρχοντας στρατηγός των Αθηνών Περικλής ωνομάσθη ποτέ «Περικλής ο στρατηγός».
     Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού παρατηρούνται ουσιώδεις μεταβολές, όσον αφορά την εκλογή του ονόματος, οι οποίες όμως περιορίζονται μεταξύ των Χριστιανών
για να διακρίνωνται από τους εθνικούς ειδωλολάτρες. Τα ονόματα τα παίρνουν από την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, όπως Ιωάννης, Ιάκωβος, Νικόδημος, Πέτρος, Παύλος κ.λ.π. και αργότερα από ονόματα μαρτύρων, όπως Γεώργιος, Δημήτριος, Θεόδωρος, Παντελεήμων, Παρασκευή, Βαρβάρα, Ειρήνη κ.α.
     Οι Βυζαντινοί έβαζαν ονόματα και από το εορτολόγιο, όπως Πασχάλης, Λάμπρος, Βάιος κ.α.
     Στη νεώτερη εποχή από ευώδη φυτά, όπως Τριανταφυλλιά, Γαρυφαλλιά ή υψηλόκορμα ευθυτενή, όπως Κυπαρίσσω. Από πολύτιμα μέταλλα, όπως Σμαραγδή, Αργυρή, Μαλαματένια.
     Και λίγα λόγια για τη διαμόρφωση των επωνύμων. Αυτά προήλθαν από παρώνυμα, δηλαδή παρατσούκλια, από τη σωματική διάπλαση, όπως Κοντός, Πλατύς, Αχαμνός κ.α. Επίσης από επαγγέλματα, όπως Μυλωνάς, Ζωγράφος, Σαμαράς, Παπουτσής κ.α. Ακόμη, από το υποκοριστικό του ονόματος του πατέρα, όπως Βασιλόπουλος, το μικρό του Βασίλη, Πανόπουλος, το μικρό του Πάνου κ.λ.π.  



ΓΑΜΟΣ
     Για τους Έλληνες ο Γάμος, από αρχαιοτάτης εποχής είχε ιερό χαρακτήρα, ήταν ο ιερώτατος θεσμός, που αποτελούσε το θεμέλιο της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής των ανθρώπων, και γι’αυτό οι διαδικασίες άρχιζαν με θυσίες προς τους θεούς τους, τις οποίες προσέφεραν οι μέλλοντες να έλθουν εις γάμου κοινωνίαν, διότι έλεγαν: «από θεών άρξασθαι».
     Στην Αθήνα, την παραμονή του γάμου, οι γονείς της μέλλουσας νύμφης ωδηγούσαν αυτή στον Παρθενώνα της Ακροπόλεως, για να προσευχηθή και να ζητήση την βοήθεια της Αθηνάς, της κόρης
με τον γάμον απηλλάγησαν από τον κτηνώδη και ακατάστατον βίον και απέκτησαν ήρεμη και κανονική ζωή».
     Οι θυσίες προσεφέροντο, εκτός από τον Δία και την Ήρα, αναλόγως των τοπικών παραδόσεων και στην Άρτεμη, στις Μοίρες του Δία.
     Υπήρχε άγραφος νόμος, ο οποίος σε μετάφραση προέβλεπε τα εξής: «αν πρόκειται να παντρευτούν δύο άνθρωποι, άνδρας και γυναίκα, πρέπει να αρχίσουν από τους θεούς, διότι αυτοί επενόησαν και υπέδειξαν τους γάμους στους ανθρώπους` διότι ο Ζευς (Δίας) και η Ήρα πρώτοι παντρεύτηκαν και, στην Αφροδίτη κ.α.
     Ο Γάμος στην Αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μόνον ιδιωτική υπόθεση, που ενδιέφερε τις οικογένειες των νεονύμφων, αλλά ήταν κυρίως υπόθεση της Πολιτείας, του Κράτους, που με διαφόρους νόμους ερρύθμιζε και προστάτευε τον θεσμό αυτό του γάμου.
     Ως προς αυτό, ο φιλόσοφος Πλάτων (5ος-4ος π.Χ. αιώνας) γράφει στους «Νόμους» του, ότι οι νόμοι για τους γάμους πρέπει να κατέχουν την πρώτη θέση στη νομοθεσία, διότι αποτελούν τη βάση για κάθε σωστή κοινωνία. Διότι ο γάμος δεν ενδιέφερε την Αρχαία Ελληνική Πολιτεία από άποψη ευτυχίας των νεονύμφων, αλλά ως θεσμός που αποβλέπει στην τεκνοποιία, από υποχρέωση του πολίτου να παρέχη γενναίους, υγιείς και αξίους απογόνους, υπερασπιστάς της πολιτείας. Εκτός τούτου, γράφει ο Πλάτων: «ως χρη της αειθαλούς φύσεως αντέχεσθαι τω παίδας παίδων καταλείποντα αεί τω Θεώ υπηρέτας ανθ’αυτού παραδιδόμεναι», δηλαδή ότι πρέπει να διατηρήται η αναγεννώμενη ζωή αφήνοντας παιδιά και εγγόνια, που θα λατρεύουν το Θεό γι’αυτόν.
     Τα καθήκοντα της καλής συζύγου, κατά τον Πλάτωνα, ήσαν η ταμιεία, η θεραπεία και η παιδοτροφία.
     Και ταμιεία εσήμαινε το νοικοκύρευμα του σπιτιού, δηλαδή η καθαριότητα, η τακτοποίηση των πραγμάτων μέσα στο σπίτι, η μαγειρική και η προμήθεια τροφών. Ο δε Ξενοφών (5ος-4ος π.Χ. αιώνας) στα Οικονομικά γράφει ότι, όταν η σύζυγος ήταν δεκαπέντε (15) ετών κι επομένως άπειρη, δεν της ανέθεταν τέτοια καθήκοντα, παρά μόνον όταν μεγάλωνε και αποκτούσε πείρα.
     Η θεραπεία εσήμαινε την φροντίδα των ασθενούντων μελών της οικογενείας και η παιδοτροφία, τη φυσική και σωστή ανατροφή των παιδιών.
     Ποιοί ήσαν οι τρόποι συνάψεως γάμου:
     Ο Ηρόδοτος (5ος π.Χ. αιώνας) αναφέρει, ως αρχαιότερο τρόπο την αρπαγή της  γυναίκας από τον άνδρα, πράγμα που ήθελαν και οι γονείς, αλλά και υποστήριζε η Πολιτεία, διότι  εθεωρούσαν  ότι  από  ένα  τέτοιο  τολμηρό  και γενναίο άνδρα θα γεννιόσαν τολμηρά και γενναία τέκνα, άξια για την προστασία της πατρίδας. Αυτοί οι γάμοι ελέγοντο «Γάμοι Γιγάντων». Ο δια αρπαγής ή αιχμαλωσίας γάμος υπήρχε η βάση και η προυπόθεση, από την οποίαν προήλθε και διεμορφώθη η ιδέα του μοναδικού γάμου.
     Αυτούς τους γάμους διεδέχθησαν «οι Γάμοι της Αγοράς», οι οποίοι απετέλεσαν τη βάση να διαμορφωθή αργότερα ο συμβατικός γάμος.
     Τι εσήμαινε «Γάμος της Αγοράς»:
     Ο πατέρας έβγαζε σε δημοπρασία, κατά κάποιο τρόπο την κόρη του και επέλεγε από τους υποψήφιους γαμπρούς, αυτόν που θα έδινε τα πλουσιώτερα δώρα, που για την εποχή εκείνη ήσαν βόδια και πρόβατα.
     Γι’αυτό, ο μέγας φιλόσοφος Αριστοτέλης (4ος π.Χ. αιώνας) γράφει «τας γυναίκας εωνούντο παρ’αλλήλων».
     Ο Όμηρος (9ος π.Χ. αιώνας) στη ραψωδία Σ της Ιλιάδος μας δίνει την εξής πληροφορία: «Δαίδαλος ήσκησεν καλλιπλοκάμω Αριάδνη, ένθα μεν ηίθεοι και παρθένοι αλφεσίβοιαι ωρχεύντο», δηλαδή ο Δαίδαλος εφιλοτέχνησε για την ωραία Αριάδνη, όπου λεβέντες και πολύπροικες κοπέλλες εχόρευαν.
     Επίσης, στην Οδύσσεια του Ομήρου ευρίσκουμε την εξής αγγελία δημοπρασίας “Αλλ’εν μεγάροιο έκαστος μνάσθω εέδνοισι διζήμενος` η δε κ’έπειτα γήμαιθος κε πλείστα πόροι και μόρσιμοςέλθοι», δηλαδή μόνο από το σπίτι του ο καθένας, τα δώρα του αρραβώνα ας φέρη και ας διαλέξη αυτή να παντρευτή στο τέλος, όποιον φέρει πιο πολλά και όποιον της γράφει η μοίρα. Τα δώρα αυτά, που έφερναν στον πατέρα τα έλεγαν «Έδνα», που σημαίνει αυτά που προκαλούν ευχαρίστηση.
     Μετά την επιλογή του μνηστήρα γινόταν ο αρραβώνας, που λεγόταν εγγύη και αργότερα εγγύηση.
     Τι ήταν η εγγύη; Γύη είναι η παλάμη του χεριού, ενγύη = εγγύη ήταν η ένωση των παλαμών του πατέρα της κόρης και του υποψηφίου μνηστήρα, δηλαδή έδιναν τα χέρια. Η κόρη δεν είχε γνώμη, αλλά υπήκουε δουλικώς στην απόφαση του πατέρα. Αυτήν την πληροφορία βρίσκουμε στην τραγωδία «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη (5ος π.Χ. αιώνας), που λέει: «Νυμφευμάτων μεν των εμών πατήρ εμός μέριμναν έξει κουκ εμόν κρίνειν τόδε». Γι’αυτό ο τραγικός Σοφοκλής (5ος π.Χ. αιώνας) παραθέτει το παράπονο της παντρεμένης, με τέτοιο τρόπο κόρης, σε μετάφραση: «Όταν φτάσουμε σε ηλικία γάμου, σπρωχνόμαστε έξω από το σπίτι και σαν εμπόρευμα πουλιόμαστε μακριά κι από τους γονείς μας κι από τους πατρικούς θεούς, άλλες σε άνδρες ξένους κι άλλες σε βαρβάρους. Κι άλλες πάνε σε σπίτια αληθινά κι άλλες μέσα σε βρωμερά σπίτια. Και να λες «καλά είναι» και αυτό να το δείχνης στον κόσμο, ότι δήθεν είσαι ευτυχισμένη».
     Η γυναίκα, λόγω αυτής της υποτέλειας λεγόταν δάμαρ(τα), δηλαδή δαμασμένη, υποταγμένη, από το δαμάζω, που σημαίνει υποτάσσω, εξ ου και το δαμάλι. Ο δε σύζυγος λεγόταν πόσις και πότις, δηλαδή δυνατός, εξ ου και Δεσπότης.
     Αργότερα, ο γάμος που γινόταν με δημοπρασία και αγορά, έλαβε άλλη εξέλιξη` αυτά τα ανταλλάγματα, που έδιναν οι υποψήφιοι γαμπροί προηγουμένως στον πατέρα της νύφης, άρχισαν να τα δίνουν στη νύφη κι έτσι προήλθε ο θεσμός της προίκας. Τότε ο νομοθέτης Σόλων (6ος π.Χ. αιώνας) ώρισε με νόμο το ποσόν της προίκας,  για  να  αποφεύγωνται  υπέρογκα  ποσά  και  να  μη  γίνεται ο γάμος αντικείμενο εμπορίου.
     Προίκα, σαν λέξη σημαίνει αυτό που δίνεται πριν από το γάμο, δηλαδή προηγείται του γάμου` λεγόταν και «φερνή» από το φέρω, δηλαδή όσα η νύμφη φέρνει μαζί της.
     Ποιες ήσαν οι προετοιμασίες για το γάμο:
     Προ του γάμου έπρεπε να γίνουν οι απαραίτητες θυσίες στους τότε θεούς τους, όπως είπαμε στην αρχή, διότι ο γάμος ήταν συνδεδεμένος με τη θρησκεία των εποχών. Εθυσίαζαν ακόμη και στην Άρτεμη, που ήταν κατά του γάμου, για να την εξευμενίσουν. Κατόπιν, ακολουθούσε το λούσιμο του νυμφίου από ωρισμένη πηγή. Στην Αθήνα, ως γράφει ο ιστορικός Θουκυδίδης (5ος π.Χ. αιώνας), τέτοια πηγή ήταν της Καλλιρρόης αναφέροντας, σε δική μας μετάφραση: «Η κρήνη η ονομαζόμενη Καλλιρρόη εχρησιμοποιείτο εις τας προ του γάμου εορτάς …». Το νερό έφερε αγόρι αμφιθαλές, που φορούσε λευκά ρούχα, σε αμφορέα (στάμνα), για να γίνη το λούσιμο μετά τη Δύση του Ηλίου.
     Μετά γινόταν ο καθαυτό γάμος σ’ένα συμπόσιο, δηλαδή συνεστίαση, όπως λέμε σήμερα τραπέζι του γάμου, με συγγενείς και φίλους. Και αυτοί εκαλούντο για να είναι μάρτυρες, αφ’ενός μεν ότι έγινε ο γάμος, αφ’ετέρου δε ότι οι δύο νεόνυμφοι δεν είχαν άλλες σχέσεις και μπλεξίματα, αλλά ήσαν ελεύθεροι κι επομένως τα παιδιά που θα γεννηθούν θα είναι γνήσια. Αυτό γινόταν, διότι δεν υπήρχε νόμος, που θα αναγνώριζε τον γάμο. Τόσο ο γαμπρός, όσον και η νύφη ήσαν ενδεδυμένοι με τα λαμπρότερα ενδύματα και στα κεφάλια τους είχαν στεφάνια από άνθη της εποχής. Επίσης, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος (1ος-2ος μ.Χ. αιώνας) είχε στολισθή η πόρτα του σπιτιού του νυμφίου με κλάδους δάφνης και ελιάς, η δε νύμφη ήταν καλυμμένη, ώστε να μη διακρίνεται το πρόσωπό της.
     Στο συμπόσιο συμμετείχαν και άνδρες και γυναίκες, αλλά έτρωγαν σε ξεχωριστούς χώρους τα δύο φύλα. Στην ομάδα των γυναικών ήταν και η καλυμμένη νύμφη. Στο τέλος της εστίασης γινόταν η αποκάλυψη της νύφης από το νυμφίο. Τότε ο παράνυμφος, που λεγόταν πάροχος, τελούσε την εγγύη του γάμου, δηλαδή ένωνε τις παλάμες των δεξιών χεριών των νεονύμφων. «Άρμοσον τον δούλον (…) και την δούλην σου (…) ότι παρά σού (ευχολόγιο εκκλησίας).
     Και τότε, όπως αναφέρει ο Θεόκριτος (3ος π.Χ. αιώνας) «Χορόν εστάσαντο δώδεκα ται πράται πόλις, ες εν μέλος εγκροτέοισαι ποσσί περιπλέκτοις, περί δ’ίαχε δώμα υμεναίω», δηλαδή (σε παράφραση) έστησαν χορό δώδεκα, οι πρώτες σε κάλλος κοπέλλες της πόλεως, τραγουδώντας μαζί και χορεύοντας, τράνταζαν το σπίτι με τα τραγούδια του γάμου.
     Μετά, ενώ είχε νυκτώσει αρκετά, ωδηγείτο η νύμφη στο σπίτι του νυμφίου. Είχε ετοιμαστή άμαξα, όπου στη μέση καθόταν η νύφη και από το ένα μέρος και το άλλο ο γαμπρός και ο παράνυμφος. Και επειδή ήταν νυκτα, όπως μας πληροφορεί ο Όμηρος «νύμφας εκ θαλάμων δαίων λαμπομεναίων …», δηλαδή τις νύμφες συνόδευαν κοπέλλες με αναμμένες λαμπάδες στην οικία του γαμπρού, διότι ήταν βράδυ, ενώ προηγείτο αγόρι λευκοντυμένο, με αναμμένη λαμπάδα.
     Ενώ προχωρούσε η πομπή με την άμαξα, οι λαμπαδηφόρες κοπέλλες τραγουδούσαν διάφορα ευχετικά τραγούδια του γάμου. Όταν έφταναν στην αυλή του σπιτιού του γαμπρού, έκαιγαν τον άξονα της άμαξας, με συμβολισμό να μη ξαναγυρίση η νύφη στο πατρικό της σπίτι, σε περίπτωση διαλύσεως του γάμου, όπως γράφει ο Πλούταρχος  «εμφαίνοντες δειν την νύμφην  εμμένειν ως ανηρημένου του απάξοντος», δηλαδή υποδηλώνοντας ότι πρέπει να μείνη η νύμφη, καθότι δεν υπάρχει άμαξα για να φύγη.
        Στην πόρτα του σπιτιού υποδεχόταν τη νύμφη, με αναμμένη λαμπάδα η μητέρα του γαμπρού. Εμοίραζαν διάφορα «τραγήματα», δηλαδή ξηρούς καρπούς και «πλακούντες», δηλαδή γλυκίσματα, κυρίως φτιαγμένα με σουσάμι και μέλι (παστέλια). Σήμερα έχουν αντικατασταθή με μπουμπουνιέρες.
     Η τελευταία τελετή ήταν η θυσία που έκαναν οι νεόνυμφοι στους προστάτες εφέστιους θεούς της οικογενείας, που λεγόταν «γαμήλια θυσία». Περιεφέροντο τρεις (3) φορές γύρω από το βωμό της οικίας του γαμπρού. Με αυτή την τελετή καταγραφόταν η νύμφη στα μέλη της νέας οικογένειας, αποκοπτόμενη από τη βιολογική της οικογένεια.
     Την επομένη ημέρα, που λεγόταν «επαύλια», πήγαιναν οι συγγενείς και φίλοι τα δώρα του γάμου στο σπίτι των νεονύμφων. Έπειτα, την ημέρα αυτή ο γαμπρός επισκεπτόταν τον πεθερό του και του έφερνε χλανίδα, που του έστελνε η νύφη κόρη του.
     Τελειώνω το θέμα του γάμου με κάποια δείγματα ιδεών, δηλαδή δοξασιών που είχαν οι αρχαιότατοι πρόγονοί μας, ως προς αυτόν:
     Ένα προέρχεται από την Οδύσσεια του Ομήρου, που λέει: «ου μεν γαρ τούγε κρείσσον και άρειον, η οθ` όμοφρον έοντε νοήμασιν οίκον έχητον ανήρ ηδέ γυνή», δηλαδή τίποτε δεν είναι ισχυρότερο και ωραιότερο από το να συμφωνούν στη σκέψη και να κυβερνούν το σπιτικό τους, ο άνδρας και η γυναίκα.
     Ο δε τραγικός Ευριπίδης (5ος π.Χ. αιώνας) γράφει:
     «έστ’ανδρί και γυναικί κείμενος νόμος, τω μεν δια τέλους ην έχει στέργειν αεί, τη δε όσ’αν αρέση τω ανδρί, ταύτα ποιείν», δηλαδή υπάρχει για τον άνδρα και τη γυναίκα ένας (άγραφος) νόμος, ο μεν άνδρας ν’αγαπά μέχρι τέλους τη γυναίκα που έχει, η δε γυναίκα να κάνη όσα αρέσουν στον άνδρα.
     Ο Στοβαίος (5ος μ.Χ. αιώνας) παρουσιάζει τον Μουσώνιο (1ος μ.Χ. αιώνας) να λέη σε μετάφραση: «πρέπει στο γάμο να υπάρχη συμβίωση και φροντίδα μεταξύ ανδρός και γυναικός και όσο υπάρχει υγεία και αν συμβεί ασθένεια και σε κάθε γενικώς κατάσταση. Όπου λοιπόν η φροντίδα αυτή είναι τέλεια, αυτός ο γάμος είναι αξιοζήλευτος` όπου όμως ο καθένας εκ των δύο συζύγων φροντίζει μόνον τον εαυτό του και αμελεί τον άλλον, και ενώ κατοικούν στην ίδια κατοικία, έχουν τον νουν τους έξω από αυτήν … Εκεί η συγκατοίκηση γίνεται χειρότερη και από την ερημίαν».
     Και μια πληροφορία, που δείχνει την αιώνια κουτοπονηριά των φιλαργύρων ανθρώπων, όπως την παρουσιάζει στους «Χαρακτήρες» ο Θεόφραστος (4ος π.Χ. αιώνας) «νυμφευομένου τινός των φίλων, προ χρόνου τινός αποδημήσαι, ίνα μη πέμψη προσφοράν (δώρον)», δηλαδή καλεσμένος σε γάμο φίλου του ένας φιλάργυρος, αναχωρεί σε ταξίδι προ του γάμου, δήθεν για επείγουσα ανάγκη, για να μη στείλη δώρο.
     Ο Πλάτων ο φιλόσοφος (5ος-4ος π.Χ. αιώνας) συνήθιζε να λέη: «την κατά εαυτόν έλα», δηλαδή να επιδιώκης αυτά που σου αρμόζουν, αναφερόμενος σε γάμους ασυμβίβαστους, ως προς την κοινωνική τάξη των νεονύμφων.
     Αν μια πτωχή παντρευτή πλούσιο αριστοκρατικής οικογένειας, τότε αυτή θα δυστυχή, διότι θα θεωρήται κατώτερη σε όλα και δεν θα έχει το θάρρος να λέη τη γνώμη της.   
     Αν πάλι ο άντρας νυμφευτή πλούσια αριστοκράτισσα, τότε θα νοιώθη μειονεκτικά, σαν να είναι υπηρέτης.
     Τόσο ο Ευριπίδης, όσο και ο Αριστοφάνης κατέκριναν εκείνους που επεδίωκαν να νυμφευθούν αριστοκρατικής καταγωγής γυναίκες, ο δε Στρεψιάδης, πρωταγωνιστής στην κωμωδία «Νεφέλες» κλαίει τη μοίρα του, διότι είχε σύζυγο αριστοκρατικού γένους.
     Τα έθιμα του γάμου δυστυχώς σιγά-σιγά καταργούνται και μεταβάλλονται από εμπορικές σκοπιμότητες, διότι θεωρούνται κατώτερα πολιτισμένων ανθρώπων, παρ’ότι αυτά είναι απτά τεκμήρια της γνησιότητος της Φυλής μας.
     Αυτόν τον Γάμο ευλόγησε και καθηγίασε στον εν Κανά της Γαλιλαίας γάμον, ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός, η δε Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία μας κατέταξε, μεταξύ των επτά (7) μυστηρίων, εις τα οποία συμπεριλαμβάνεται και το
μυστήριο της Βαπτίσεως.
        
ΘΑΝΑΤΟΣ

     Ο Θάνατος δεν συγκαταλέγεται στα μυστήρια της Εκκλησίας μας, όπως το βάπτισμα και ο γάμος, διότι είναι από μόνος του μυστήριο. Όπως η ζωή έτσι και ο θάνατος δεν είναι δυνατόν να ερμηνευτούν με τη λογική, γι’αυτό, το γεγονός του θανάτου συγκινεί βαθύτατα τον ελληνικό λαό από αρχαιοτάτης εποχής.
     Τον βιώνουμε το θάνατο, βρισκόμαστε κάθε στιγμή μπροστά του, χωρίς να μπορούμε να τον εκφράσουμε και να τον ορίσουμε` κάθε ορισμός του είναι αρνητικός, έλλειψη επίγειας ζωής.
     Πάντοτε οι Έλληνες επίστευαν στην αθανασία της ψυχής, για δε την επίγεια ζωή έλεγαν ότι είναι «παρεπιδημία», δηλαδή προσωρινή διαμονή-κατοικία σε ξένον τόπον. Αυτό διδάσκει και η Θρησκεία μας, όπως τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι ο θάνατος είναι ένας ύπνος, κατά τον οποίον μεταβαίνει η ψυχή του ανθρώπου από την πρόσκαιρη ζωή στην αιώνια. Όμως, στην συνείδηση του ελληνικού λαού υπάρχει θεμελιωμένο ακόμη ειδωλολατρικό στοιχείο στους τύπους ενεργειών.   
     Όμως, μέσα σ’αυτούς τους τύπους, που διασώζονται και ταξιδεύουν αναλλοίωτοι μέσα σε χιλιάδες χρόνια μέχρι των ημερών μας, έχει γίνει μεταστοιχείωση του περιεχομένου τους με πνεύμα θείας εμπνεύσεως, όπως εδίδαξε και εβίωσε μέχρι σταυρικού θανάτου, ταφής και αναστάσεως, ο θεμελιωτής της πίστεώς μας Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός.
     Όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος (1ος μ.Χ. αιώνας), η διαδικασία της κηδείας περιελάμβανε τέσσαρες (4) πράξεις:
     Τον καλλωπισμό του νεκρού, την πρόθεση, την εκφορά και την ταφή.
     Ο Λουκιανός (2ος μ.Χ. αιώνας) μας πληροφορεί στους νεκρικούς διαλόγους ότι, όταν πέθαινε κάποιος, αφού έκλειναν το στόμα και τα μάτια του, έπλυναν το σώμα του και το άλειφαν με αρωματισμένο λάδι` κατόπιν έβαζαν στέφανον στην κεφαλή του με άνθη της εποχής, κατόπιν του φορούσαν τα πιο λαμπρά ρούχα, που κατά τον Όμηρο ήσαν λευκά` τον έντυναν, για να μη παρουσιαστή γυμνός στον Άδη. Το κεφάλι του αφήνετο ακάλυπτο.
     Αυτοί οι στολισμοί δεν εγίνοντο από μισθωτούς ξένους, αλλά από συγγενείς γυναίκες, οι οποίες εφρόντιζαν γενικά τα σχετικά με την κηδεία.
     Μετά το στολισμό, όπως μας πληροφορεί ο ρήτωρ Λυσίας (5ος π.Χ. αιώνας) στον κατά Ερατοσθένους λόγο του, ο νεκρός ετίθετο σε κλίνη, δηλαδή κρεβάτι, με προσκέφαλο, ώστε η κεφαλή του να είναι υψηλότερα από το άλλο σώμα.
     Μετά ακολουθούσε η πρόθεση ή έκθεση.
           Έφερναν τον νεκρό με την κλίνη στην αυλή του σπιτιού του, όπου παρέμενε επί τρεις (3) ημέρες, μετά από ελαφρά ταρίχευση. Αργότερα, με νόμο του Σόλωνος (6ος π.Χ. αιώνας) η έκθεση αυτή γινόταν μέσα στο σπίτι επί τρεις (3) ημέρες. Ο σκοπός αυτής της τριημέρου εκθέσεως ήταν να διαπιστωθή ότι, αφ’ενός μεν απέθανε πράγματι ο άνθρωπος και αφετέρου ότι απέθανε από φυσικό και όχι βίαιο θάνατο.
     Όταν η έκθεση γινόταν μέσα στο σπίτι, τότε τα πόδια του νεκρού έδειχναν προς την έξοδο του σπιτιού.
     Το φέρετρο ήταν στολισμένο με κλαδιά κληματαριάς (αμπέλου) και ελιάς, κάτω δε από το φέρετρο είχαν δοχεία με αρωματικά υγρά. Έξω από την πόρτα του Σπιτιού, όπου βρισκόταν ο νεκρός, υπήρχε δοχείο με νερό από πηγή, το λεγόμενο «αρδάνιο», για να καθαρίζωνται ως μολυσμένοι οι εξερχόμενοι από τον νεκρικό θάλαμο.  
     Όσοι ήσαν γύρω από τον νεκρό έπρεπε να φορούν απαραιτήτως μαύρα ρούχα.
     Όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, όταν ο άρχων των Αθηναίων Περικλής (5ος π.Χ. αιώνας) έκανε απολογισμό των πράξεών του, έλεγε «Κανένας Αθηναίος δεν εφόρεσε μαύρα για νεκρό του εξ αιτίας μου».
     Στην τραγωδία «Ελένη» του Ευριπίδη (5ος π.Χ. αιώνας) ευρίσκουμε την ηρωίδα να λέη: «Εγώ δ’ες οίκους βάσα βοστρύχους τεμώ, πέπλων τε λευκών μέλανας ανταλλάξομαι».
     Επίσης, στην τραγωδία «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του ιδίου βρίσκουμε την Ιφιγένεια να παραγγέλλη στη μητέρα της Κλυταιμνήστρα τα εξής: «Μήτ’ουν τον σον πλόκαμον εκτέμης τριχός, μήτ’αμφί σώμα μέλανας αμπίσχη πέπλους».
     Αφού τελείωναν τα σχετικά με τον στολισμό, ενήστευαν κι άρχιζαν οι θρήνοι και τα μοιρολόγια. Οι άντρες τραβούσαν και μαδούσαν τα μαλλιά της κεφαλής τους, καθώς και οι γυναίκες έβγαζαν γοερές κραυγές. Υπήρχαν και επαγγελματίες θρηνωδοί, που έλεγαν πολύ συγκινητικά μοιρολόγια, που είχαν ετοιμάσει για ανάλογες περιπτώσεις. Τέτοιες σκηνές θρήνου βρίσκουμε ζωγραφισμένες σε αγγεία, που έβαζαν στους τάφους και τα οποία απεκάλυψε η Αρχαιολογική σκαπάνη.
     Μετά ακολουθούσε η εκφορά, δηλαδή η μεταφορά του νεκρού στον τάφο. Όπως προέβλεπε νόμος του Σόλωνος (6ος π.Χ. αιώνας) «εκφέρειν τον αποθανόντα πριν Ήλιον εξέχειν», γινόταν νύχτα προτού ανατείλη ο Ήλιος, για να μη μιανθούν οι ακτίνες του Ήλιου.
     Η μεταφορά γινόταν με την κλίνη (φέρετρο) φυσικά, την οποίαν εβάσταζαν μέλη της οικογενείας, όμως άλλοτε την εβάσταζαν πληρωμένοι επαγγελματίες νεκροφόροι και, αν η πορεία ήταν μακρυνή, μεταφερόταν επάνω σε άμαξα, που έσυραν βόδια. Κατά την εκφορά, το πρόσωπο του νεκρού έπρεπε να είναι ακάλυπτο. Πίσω από το φέρετρο ακολουθούσαν οι συγγενείς, ντυμένοι στα μαύρα, σύμφωνα με το νόμο της Ιουλίδος, έπειτα οι άνδρες και μετά οι γυναίκες. Ο νόμος του Σόλωνος προέβλεπε: «γυναίκα μη εξείναι εισιέναι εις τα του αποθανόντος μηδ’ακολουθείν αποθανόντα, εντός εξήκοντα ετών γεγονυίαν, πλην όσαι εντός ανεψιαδών εισι», δηλαδή «Δεν επιτρεπόταν σε γυναίκα να ασχοληθή με την κηδεία του αποθανόντος, ούτε να ακολουθήσει την εκφορά, όταν ήταν κάτω των εξήντα (60) ετών, εκτός από τις γυναίκες που ήσαν στενοί συγγενείς».
     Την πένθιμη πομπή έκλειναν οι αυλητές, δηλαδή η μουσική (μπάντα, όπως λέμε σήμερα) η οποία, σύμφωνα με νόμο του Σόλωνος έπρεπε να είναι δέκα (10)  ατόμων.
     Κατά δε την εκφορά, σύμφωνα με νόμο της Ιουλίδος, έπρεπε να επικρατή απόλυτη σιγή. Σήμερα, στο Μέγα Ευχολόγιο βρίσκουμε: Στην Εξόδιο ψάλλεται το Άγιος ο Θεός ή το θρηνώ και οδύρομαι, μετά φόβου και πάσης κατανύξεως.
     Η όσον το δυνατόν γρήγορη ταφή φαίνεται ότι ευχαριστούσε το νεκρό, όπως βλέπουμε στην Ιλιάδα του Ομήρου να λέη η σκιά του Πατρόκλου στον Αχιλλέα:
«Θάπτε με ότι τάχιστα, πύλας Αίδαο περήσω».
     Ο ιστορικός Ξενοφών (5ος-4ος π.Χ. αιώνας) μας πληροφορεί: «Της ψυχής εξελθούσης,  το  σώμα  του  οικειοτάτου  ανθρώπου   την  ταχίστην  εξενεγκόντες αφανίζοντες», δηλαδή όταν η ψυχή εξέλθη από το σώμα του ανθρώπου τους, οι συγγενείς πολύ γρήγορα το κρύπτουν στον τάφο».
     Ο ρήτωρ Ισοκράτης (5ος-4ος π.Χ. αιώνας) θεωρεί την ταφήν ως παλαιόν έθιμο και πάτριον νόμον «ω πάντες άνθρωποι χρώμενοι διατελούσιν ουχ ως υπ’ανθρωπίνης κειμένω φύσεως, αλλ’ως υπό δαιμονίας προστεταγμένω δυνάμεως», δηλαδή «το να γίνεται ταφή των νεκρών είναι παλαιό έθιμο και νόμος πατροπαράδοτος, που δεν επενόησαν οι άνθρωποι, αλλά είναι θείας (θεικής) εμπνεύσεως». Εθεωρείτο παράβαση θείου νόμου να μείνη άταφος άνθρωπος. Αυτόν τον θείον νόμον ηθέλησε να τηρήση η Αντιγόνη ρίπτοντας χώμα στο πτώμα του αδελφού της Πολυνείκη, παρά την απαγορευτική διαταγή του Κρέοντα.
     Ο Οδυσσέας, στην 5η ραψωδία της Οδύσσειας του Ομήρου, ενώ κινδυνεύει να πνιγή στη θάλασσα θρηνεί, διότι κινδυνεύει να μη ταφή στην ξηρά, λέγοντας, σε μετάφραση: «Αλλοίμονό μου ο δυστυχής, μακάρι να έπεφτα κι εγώ την ώρα που χιλιάδες τα χάλκινα κοντάρια τους, οι Τρώες μου πετούσαν. Μνημείο τότε θα’χα και οι Αχαιοί τη δόξα μου παντού θα τη σκορπούσαν. Μα τώρα γράφει η μοίρα μου ν’αδικοθανατίσω». Και το πρώτο παλληκάρι του Οδυσσέα παρακαλεί αυτόν, με τα εξής σε μετάφραση λόγια: «Σε ορκίζω, βασιλιά μου Οδυσσέα, να θυμηθής κι εμένα και άθαφτο πίσω και άκλαυτο, μη φύγης και με αφήσης, μήπως με κάμουν οι θεοί κακό στοιχείο για σένα (γίνω κακός βρυκόλακας), αλλά μνήμα χτίσε μου, κοντά στο αφρισμένο κύμα, για να θυμούνται οι στερνοί το δόλιο παλληκάρι. Κι αυτά, όταν κάμης, στήσε μου κι ένα κουπί στον τάφο».
     Ο τραγικός Ευριπίδης (5ος π.Χ. αιώνας) γράφει στην τραγωδία «Φοίνισσες»:
«τοις γαρ θανούσι χρη τον ου τεθνηκότα τιμάς διδόναι χθόνιον ευσεβείν θεόν», δηλαδή «αυτός που βρίσκεται στη ζωή πρέπει να τιμά τους νεκρούς του, δείχνοντας (έτσι) την ευσέβεια στο θεό του κάτω κόσμου».
     Ο ρήτωρ Δημοσθένης (4ος π.Χ. αιώνας) αναφέρει ότι τα παιδιά που δεν ενδιαφέρονται να κηδεύσουν τους γονείς τους και να τελέσουν τα νενομισμένα (μνημόσυνα κ.τ.λ.) ετιμωρούντο με δήμευση της περιουσίας τους και τα σχετικά με την κηδεία έξοδα και τα νενομισμένα ανελάμβανε ο Δήμος. Αυτό γινόταν και όταν ακόμη τα παιδιά είχαν μεγάλο παράπονο από τους γονείς τους.
     Ως προς αυτό, ο ρήτωρ Δημοσθένης γράφει στον δικανικό λόγο του κατά Αριστογείτονος: «αποθανόντα τον πατέρα ο ασεβής ούτος και μιαρός ουκ έθαψεν, ουδέ τοις θάψασιν την ταφήν απέδωκεν».
     Στην «Κύρου Παιδεία» του ιστορικού Ξενοφώντος (5ος-4ος π.Χ. αιώνας) βρίσκουμε το κείμενο, στο οποίον ο Μέγας Κύρος δίνει εντολή στα παιδιά για το πώς πρέπει να θάψουν το σώμα του: «Το σώμα μου παιδιά μου, όταν πεθάνω, να μη το βάλετε ούτε σε χρυσό, ούτε σε άργυρο, ούτε σε τίποτε άλλο, αλλά να το θάψετε απ’ευθείας στη γη, γιατί τι άλλο καλύτερο υπάρχει από το να ενωθή με τη Γη, η οποία όλα τα καλά και αγαθά γεννάει και τρέφει».
     Τον νεκρό έβαζαν απ’ευθείας μέσα στο σκάμμα ή μέσα σε σαρκοφάγο, δηλαδή φέρετρο. Μέσα στον τάφο έβαζαν και τα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού, όπως όπλα, κοσμήματα, επαγγελματικά εργαλεία κ.α.
     Μετά ακολουθούσαν οι χοές, δηλαδή διάφορα ρευστά υλικά, που έρριχναν πάνω στο νεκρό, όπως λάδι, κρασί, νερό και σε πολλά μέρη επί πλέον γάλα και μέλι.
    Στην τραγωδία «Πέρσαι» του Αισχύλου (6ος-5ος π.Χ. αιώνας) βλέπουμε την μητέρα του Ξέρξη Άτοσσα να παραγγέλλη τις χοές, που επιθυμεί να χρησιμοποιή- σουν στον πατέρα του γιού της Ξέρξη: «Προσφέρω χοές που εξιλεώνουν τους νεκρούς, λευκό γάλα από αγελάδα καθαρή, μέλι από εκείνη που δουλεύει στα λουλούδια, νερό από παρθένα πηγή, οίνο που λαμπυρίζει από παλιό αμπέλι, λάδι από ελιά, που είναι πάντοτε με φύλλα φουντωμένη, Τέκνα της Γης της Πάμφορης».
     Μετά την ταφή, οι άνθρωποι επέστρεφαν στην οικία όπου απέθανε ο ενταφια-σθείς, την οποίαν εξάγνιζαν ραίνοντες με θαλάσσιο νερό. Κατόπιν ετοιμαζόταν το «νεκρόδειπνο», δηλαδή τράπεζα όπου έτρωγαν, ενώ υπήρχαν μουσικά όργανα που εκτελούσαν διάφορα επαινετικά μοιρολόγια, μαζί με επικηδείους λόγους. Τέτοια νεκρόδειπνα, δηλαδή τραπέζια επαναλαμβάνοντο πάνω στον τάφο την τρίτη ημέρα, δηλαδή στα τρίτα, την ενάτην στα ένατα και στην τριακοστή ημέρα. Έπίσης, στην ετήσια επέτειο, δηλαδή στα χρόνια και ακόμη στην ημερομηνία γεννήσεως του νεκρού, που λεγόταν «Ενιαύσια». Επίσης, κάθε χρόνο γινόταν δημοσία νεκρώσιμος τελετή, τα λεγόμενα «Νεκύσια» για όλους τους απεθαμέ-νος, όπως τις σημερινές εορτές των ψυχών, δηλαδή τα Ψυχοσάββατα.
     Οι τάφοι εθεωρούντο ιδιωτικοί και ανήκαν στις οικογένειες των ενταφιαζομέ- νων, απαγορευόταν η ταφή ξένου ατόμου με ποινή προστίμου επί τυμβωρυχία, όπως μαρτυρεί ο ρήτωρ Δημοσθένης στον προς;  Ευβουλίδη λόγον του: «Παίδων αυτώ τεσσάρων γενομένων και τελευτησάντων, έθαψε εις τα πατρώα μνήματα, ων όσοι περ’εισίν του γένους κοινωνούσιν».
     Την αρχαιοτάτην εποχή ο γενάρχης της οικογενείας ενταφιαζόταν εντός της οικίας. Όμως, από τον 6ο π.Χ. αιώνα άρχιζαν να σχηματίζωνται νεκροπόλεις, δηλαδή νεκροταφεία έξω από τις πόλεις, για να μη μολύνωνται οι ζώντες.
     Όμως ο Λυκούργος (8ος π.Χ, αιώνας) στη Σπάρτη επέτρεψε να ενταφιάζονται και μέσα στην πόλη, για να αποβάλη τη δεισιδαιμονία και το φόβο, ότι δήθεν παρουσιάζονται ως βρυκόλακες οι νεκροί.
     Επειδή ξοδευόσανε πολλά χρήματα για μεγαλοπρεπείς τάφους, ο Σόλων (6ος π.Χ. αιώνας) ο νομοθέτης, για να περιορίση αυτή τη σπατάλη, έθεσε νόμο που προέβλεπε να τελειοποιήται ο τάφος εντός τριών (3) ημερών, ενώ θα εργάζωνται μόνον δέκα (10) εργάτες.
     Ο δε Δημήτριος Φαληρεύς διέταξε να μη γίνεται τάφος υψηλότερος των τριών (3) πήχεων.
     Ο Ευριπίδης στις «Τρωάδες» γράφει: «Μώρος δε θνητών, όστις εκπορθεί πόλεις, ναούς τε, τύμβους, θ’ιερά των κεκμηκότων».
     Και μια πληροφορία, που έρχεται από την 7η ραψωδία της Ομηρικής Ιλιάδος και αναφέρεται στα αρμόζοντα προς το πένθος βαθύχρωμα δέντρα, που φύτευαν γύρω από τον τάφο. Ο Αχιλλέας κηδεύει με τιμές τον αντίπαλό του ήρωα Αετίωνα «… σεβάσατο γαρ τόγε θυμώ … ηδ’επί σήμα έχεεν` περί δε πτελέας εφύτευσαν νύμφαι».
     Τέτοια ήσαν τα έθιμα κηδείας στην Ελλάδα από αρχαιοτάτης εποχής, μέχρις ότου υπεδουλώθη το 146 π.Χ. στους Ρωμαίους, οπότε με την επίδραση των Ρωμαικών εθίμων, κηδείες και τάφοι έγιναν πολυτελέστεροι, ογκωδέστεροι και πολυδάπανοι.
     Με την επικράτηση του Χριστιανισμού διατηρήθηκαν τύποι της κηδείας, αλλά άλλαξε το νόημα, οι δοξασίες και ο σκοπός, διότι όλες οι ενέργειες διαπνέονται από το σωτηριακό πνεύμα της Θρησκείας μας, που αποβλέπει στη σωτηρία και την ανάπαυση των ψυχών των κεκοιμημένων σ’ένα άλλο τόπο, πνευματικά πλέον, όπου τα γήινα έχουν μείνει πίσω ανεπιστρεπτί.
     Και λίγα λόγια για την καύση των νεκρών: Ο Ρωμαίος ρήτωρ και συγγραφεύς Κικέρων, στο έργο του «delegibus» περί νόμων, μας πληροφορεί ότι κατά τους πανάρχαιους χρόνους της εποχής του μυθικού οικιστή Κέκροπος, οι Έλληνες έκαναν χρήση μόνο της κατόρυξης, δηλαδή  της ταφής και δεν έκαιγαν τους νεκρούς. Όμως υπήρξαν περιπτώσεις, που εχρησιμοποιούντο και οι δύο τρόποι` και η καύση και η κατόρυξη. Η καύση γινόταν από πρακτική ανάγκη, όπως σε περιόδους μαχών, όπου ο χρόνος ήταν ανεπαρκής` γι’αυτό γινόταν καύση μεν, αλλά έβαζαν τη σποδό, δηλαδή τη στάχτη και τα εναπομείναντα οστά σε κιβώτια, για να γίνη σε εύθετο χρόνο η επίσημη κηδεία, όπως έγινε και με τους νεκρούς του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου ο Περικλής εξεφώνησε τον Επιτάφιο, που αποτελεί το αριστούργημα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας.
     Η καύση ήταν πολυδάπανη και μάλιστα, όταν επρόκειτο για αξιωματούχο νεκρό, όπως μαρτυρεί ο Όμηρος στην 23η ραψωδία της Ιλιάδος, όπου ο Αχιλλέας έκαυσε το πτώμα του φίλου του Πατρόκλου. Μαζί με αυτό έκαυσε πολλά πρόβατα, βόδια, άλογα, σκύλους και δώδεκα (12) αιχμαλώτους Τρώες. Επάνω δε στις φλόγες έρριχναν έλαια και αρώματα. Τα αναμμένα κάρβουνα στο τέλος έσβηναν με κρασί, τα δε καβουρδισμένα οστά έπλυναν με λάδι και κρασί και τα έβαζαν σε χρυσό αγγείο.
     Με την επικράτηση του Χριστιανισμού τέθηκε τέρμα στην καύση των νεκρών ως ανεπίτρεπτη βλασφημία. Κατά τους νεώτερους χρόνους πρώτη καύση νεκρού έγινε στο Μιλάνο της Ιταλίας στις 22 Ιανουαρίου του 1876 και στη Γαλλία δέκα (10) χρόνια αργότερα, το 1886, μετά από γραπτή δήλωση ατομικής επιθυμίας.
     Στην περίοδο του Μεσοπολέμου διεδόθη εις όλα τα κράτη, που δεν υπήρχε μέχρι τότε, όπως στις Η.Π.Α. και στην Ιαπωνία και αλλού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου